Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

1/06/2022 Κώστας Καραμανλής: « Ελλάδα και Ευρώπη στη δίνη μεγάλων αλλαγών»

 




Διανύουμε μέρες που μας γυρίζουν πίσω σε ένα σκοτεινό παρελθόν. Ένα παρελθόν που ήταν κοινή πεποίθηση πως είχαμε αφήσει πίσω μας. Ένα παρελθόν που η δική μας γενιά δεν έζησε και που ελπίζαμε ότι δεν θα ζήσουν τα παιδιά μας.

Προφανώς και δεν ήταν ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος. Οξείες διαφορές, γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, σφαίρες επιρροής ήταν γνώριμα φαινόμενα. Ακόμα και συγκρούσεις. Οι ανώφελοι και αδιέξοδοι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, η δήθεν Αραβική Άνοιξη και λίγο νωρίτερα οι εμφύλιοι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία το αποδεικνύουν.



Όμως πόλεμος ευρείας κλίμακας σε ευρωπαϊκό έδαφος, δίπλα στην καρδιά της Ευρώπης, θα έπρεπε να είναι αδιανόητος στον 21ο αιώνα. Ειδικά στην Ευρώπη που έχει μακρά και πολύ οδυνηρή εμπειρία πολέμων. Και όμως το αδιανόητο συμβαίνει.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι πράξη παράνομη, απαράδεκτη και καταδικαστέα. Όχι μόνο διότι προσβάλλει βάναυσα κάθε κανόνα Διεθνούς Δικαίου. Αλλά και διότι καμμιά επιχειρηματολογία, βάσιμη ή όχι, δεν δικαιολογεί την προσφυγή στην βία, τις καταστροφές και την αιματοχυσία, ιδίως μάλιστα εις βάρος αμάχων και αθώων.

Πέρα όμως από την απερίφραστη καταδίκη της εισβολής και την ηθικά και ανθρωπιστικά επιβεβλημένη συμπαράσταση στον δοκιμαζόμενο Ουκρανικό λαό, είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε τις συνέπειες και τους κινδύνους που εγκυμονεί ο πόλεμος και προπαντός η παράτασή του.

Πρώτον , είναι ενδεχόμενο να επεκταθεί ο πόλεμος και πέραν του ουκρανικού εδάφους. Είτε στην ευρύτερη γειτνιάζουσα περιοχή ή και αλλού. Ηθελημένα ή εκ λάθους, από εσφαλμένο υπολογισμό ή προβοκάτσια. Δεν λείπουν ανά τον κόσμο εκείνοι, είτε κρατικές είτε μη κρατικές οντότητες που δρουν αυτόνομα από Κυβερνήσεις, όπως αντάρτες, τρομοκράτες, μισθοφόροι, εκμεταλλευόμενοι την ένταση και την αναταραχή, να επιδιώξουν να καρπωθούν οφέλη, εδαφικά, πολιτικά ή άλλα. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε την γενίκευση του πολέμου με ανεξέλεγκτες πια διαστάσεις, ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και δεν χρειάζεται καν αναφορά στο τι θα σήμαινε η πιθανότητα χρήσης πυρηνικών όπλων.

Δεύτερον, ο νέος ψυχρός πόλεμος δεν θα είναι αναβίωση του παλαιού. Θα είναι πολύ χειρότερος και πολύ πιο απρόβλεπτος. Από την μία γιατί στον προηγούμενο Ψυχρό Πόλεμο υπήρχε μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή με την σιωπηρή έστω παραδοχή ότι καμιά πλευρά δεν παραβίαζε τα εσκαμμένα της άλλης. Και από την άλλη διότι ο διπολικός κόσμος που προέκυψε μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά τις τριβές και τις κορυφώσεις του, ενείχε το στοιχείο της σταθερότητας που ελλείπει παντελώς από τον σημερινό πολυπαραγοντικό κόσμο. Με άλλα λόγια οι εντάσεις και οι συγκρούσεις σήμερα θα εξελίσσονται σε ένα πολύ πιο αβέβαιο και ασταθές περιβάλλον.

Τρίτον, μια παρατεταμένη σύγκρουση ενέχει το ρίσκο η αντιπαράθεση Δύσης – Ρωσίας να πάρει παγκόσμιες διαστάσεις εξελισσόμενη σε αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και ενός ευρέος αντιδυτικού μετώπου. Χώρες δηλαδή που για τους δικούς τους λόγους θεωρούν ότι το μεταψυχροπολεμικό διεθνές σύστημα, πολιτικό, οικονομικό, νομισματικό διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις προτεραιότητες της Δύσης και εν πολλοίς ελέγχεται από αυτήν, σε βάρος των δικών τους συμφερόντων, να επιλέξουν την σύμπηξη ενός μετώπου που αμφισβητεί, αντιστρατεύεται ή και υπονομεύει την λειτουργία του συστήματος αυτού. Μια τέτοια σύγκλιση μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, Ινδίας αλλά και άλλων μεσαίων ή ανερχόμενων στο διεθνές στερέωμα παραγόντων θα συνιστούσε τεράστια πρόκληση για την Δύση και θα προμήνυε τεκτονικές αλλαγές στους σήμερα ισχύοντες κανόνες του παιχνιδιού με απροσδιόριστες τις συνέπειες και την τελική έκβαση μιας τέτοιας αντιπαράθεσης.

Τέταρτον, η παράταση του πολέμου καθιστά σχεδόν αδύνατη την αποτελεσματική αντιμετώπιση προβλημάτων που χρήζουν επείγουσας συνεννόησης και συνεργασίας. Πρωτίστως της κλιματικής αλλαγής. Οι ειδικοί έχουν σημάνει συναγερμό, τα σημάδια είναι εδώ και επιδεινώνονται, έχει χαθεί πολύς και πολύτιμος χρόνος. Ένα ούτως ή αλλιώς δύσκολο αλλά υπεραναγκαίο στοίχημα για την ανθρωπότητα κινδυνεύει να χαθεί οριστικά με ανυπολόγιστες συνέπειες, αφού η επιβεβλημένη συμφωνία και τήρηση των συμφωνηθέντων προϋποθέτει κυρίως την ουσιαστική συμβολή των μεγάλων πρωταγωνιστών που είναι όμως και οι βασικοί υπεύθυνοι για την ρύπανση του πλανήτη.

Τέλος, οι επιπτώσεις στον οικονομικό τομέα είναι ζοφερές και οι προβλέψεις σε περίπτωση μακράς διάρκειας του πολέμου χειρότερες. Παρέλκει η λεπτομερής τους απαρίθμηση. Το σοκ όμως στον ενεργειακό τομέα, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στις τιμές, στην παραγωγή και το εμπόριο προμηνύουν δύσκολες μέρες. Στην χειρότερη εκδοχή, επισιτιστική κρίση σε περιοχές του πλανήτη, πολιτική αστάθεια και αυξημένες μεταναστευτικές ροές. Και πάντως για την Ευρώπη στασιμότητα, πληθωρισμό, πιθανώς ανεπάρκεια αγαθών, συνεπώς και διογκούμενη δυσαρέσκεια και αντίδραση.





Για το ενεργειακό

 

Στο ενεργειακό αρκεί η υπόμνηση ότι η προσπάθεια απεξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες της Ρωσίας θα είναι μακροπρόθεσμη και πολύ πιο ακριβή, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις κοινωνίες που πλήττονται, προφανώς κυρίως τις Ευρωπαϊκές.

Και στο επισιτιστικό τι μπορεί να συμβεί σε μια χώρα, όπως για παράδειγμα η Αίγυπτος, που εισάγει το 90% περίπου του σίτου που χρειάζεται από την Ουκρανία, σε κοινωνικοοικονομικό και κατά συνέπεια σε πολιτικό επίπεδο;

Και, κατ΄επέκταση, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το μεταναστευτικό αλλά και τις ευρύτερες γεωπολιτικές επιπτώσεις για την χώρα μας.

Η προοπτική αυτή, δηλαδή μιας ογκούμενης οικονομικής κρίσης, με απτή αντανάκλαση στην κοινωνική ηρεμία και την ποιότητα της δημοκρατίας, ευρύτερα αλλά και στην Ευρώπη, μπορεί να εξελιχθεί στο δυσμενέστερο αν ληφθούν υπ όψιν δύο πρόσθετες παράμετροι. Αφ΄ενός η ήδη ορατή διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων σε όλο τον πλανήτη. Ο Joel Kotkin, διάσημος οικονομολόγος και κοινωνιολόγος σε άρθρο του στο συντηρητικό περιοδικό “Spectator” τόνιζε στις 7 Ιανουαρίου 2022 : «Η νέα απολυταρχία αναδύεται από μια αδυσώπητη συγκέντρωση πλούτου που έχει δημιουργήσει μια νέα πάμπλουτη ελίτ. Η οικονομική κληρονομιά της τελευταίας δεκαετίας είναι η υπερβολική εταιρική ενοποίηση, μια μαζική μεταφορά πλούτου στο ανώτερο 1% από την μεσαία τάξη».
Είναι αλήθεια ότι η κατανομή του πλούτου περιορίζεται διαρκώς σε λιγότερα χέρια και εξωθούνται στο περιθώριο ολοένα και περισσότερες κοινωνικές ομάδες που ανήκουν στα αστικά-μικροαστικά στρώματα. Υγιής όμως δημοκρατία χωρίς κοινωνική συνοχή δεν είναι εφικτή. Προοπτική ηρεμίας και ομαλότητας με αποκλεισμούς και στέρηση της ελπίδας από τους πολλούς για ένα καλύτερο αύριο, είναι όνειρο θερινής νυκτός.

Αφ΄ ετέρου τα όσα διαδραματίζονται στον χώρο της ενημέρωσης. Δεν ήταν ασύνηθες σε καιρό πολέμου η πληροφόρηση σε ένα βαθμό να είναι ελεγχόμενη, το φαινόμενο όμως απροσχημάτιστης προπαγάνδας και διασποράς fake news είναι ανησυχητικό. Αν σ΄αυτό προστεθούν τα ήδη εξαπλούμενα φαινόμενα του ανεξέλεγκτου λαϊκισμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο αυθαίρετος αποκλεισμός της αντίθετης άποψης, η υπερσυσσώρευση ισχύος στην ενημέρωση σε λίγα ιδιωτικά χέρια, η κατάσταση επιδεινώνεται κατά πολύ. Μπορεί όλα αυτά να μην επηρεάζουν άμεσα την έκβαση του πολέμου, πρέπει όμως να προβληματίζουν σοβαρά για το είδος και την ποιότητα της δημόσιας ζωής που εκκολάπτεται στο όχι τόσο μακρινό μέλλον.



Ο πόλεμος πρέπει να τερματιστεί

Εφ΄ όσον λοιπόν ο πόλεμος είναι τόσο καταστροφικός και η παράτασή του εγκυμονεί πολλαπλάσιους κινδύνους επείγει ο τερματισμός του. Άλλωστε και όλοι οι εμπλεκόμενοι μόνο να χάσουν έχουν από την συνέχισή του. Πρωτίστως το θύμα, η Ουκρανία, με τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και υλικές καταστροφές. Όμως και ο θύτης, η Ρωσία που ανεξάρτητα από την αμφιλεγόμενη στρατιωτική έκβαση, έχει σημαντικές απώλειες, σοβαρότατο κόστος από τις κυρώσεις και τεράστια φθορά κύρους. Αλλά και η Ευρώπη που ήδη βιώνει τις αρνητικές συνέπειες της σύγκρουσης και θα πληρώσει βαρύτατο τίμημα από την διαιώνιση της.

Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους πράγματι είχαν αποφασιστική συμβολή και στην ενιαία στάση της Δύσης στην κρίση αυτή και στην ουσιαστική στήριξη της Ουκρανίας. Δεν είναι όμως ξεκάθαρο εάν έχουν εξ ίσου ισχυρά κίνητρα για την ταχεία περάτωση του πολέμου, αφού εκ των πραγμάτων δεν υφίστανται τις οδυνηρές του συνέπειες. Σε κάθε περίπτωση επ ουδενί στον ίδιο βαθμό.

Είναι η Ευρώπη που πρέπει να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάπαυση του πυρός, την λήξη του πολέμου και την επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έργο δύσκολο, με πολλές παγίδες και αντινομίες αλλά αναπόφευκτο. Η Ευρώπη με τις γνωστές αδυναμίες της, την ανολοκλήρωτη ολοκλήρωσή της, τον αυτοπεριορισμό της σε ρόλο παθητικού θεατή στις παγκόσμιες εξελίξεις καλείται να υπερβεί εαυτόν και να βρει την δύναμη να πρωταγωνιστήσει.

Να αναλάβει πρωτοβουλίες σε όλα τα επίπεδα, στην αναζήτηση διπλωματικής διεξόδου, στην σταθεροποίηση της κατάστασης τουλάχιστον σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, στην εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, στην ανακούφιση του Ουκρανικού λαού. Οι προκλήσεις όμως αυτές προϋποθέτουν ουσιαστικά βήματα προς την Ευρωπαϊκή ενοποίηση, κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική, υπέρβαση των αδυναμιών που κληροδότησε η άκαιρη και βεβιασμένη διεύρυνση του 2004. Προϋποθέτει κυρίως ισχυρή πολιτική βούληση. Σε τελική ανάλυση αυτή την Ευρώπη θέλουμε, αυτήν οραματιζόμαστε. Για μια τέτοια Ευρώπη μας ενέπνευσε και μας συνεπήρε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι άλλοι μεγάλοι ηγέτες της Ευρωπαϊκής ιδέας.

Οι τοποθετήσεις και οι χειρισμοί του επανεκλεγέντος Γάλλου Προέδρου είναι ενθαρρυντικές. Το ίδιο και του Ιταλού πρωθυπουργού. Η απόφαση της Γερμανίας να επενδύσει σοβαρά στον αμυντικό τομέα επίσης, αρκεί βέβαια να το βλέπει μέσα στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο. Οι συμφωνίες του Minsk ίσως ένα σημείο εκκίνησης. Αν όμως και πάλι η Ευρώπη αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους, αν δεν ακουστεί η δική της φωνή στα της ηπείρου μας, τότε το μέλλον προοιωνίζεται δυσάρεστο για όλους μας.

Ιδιαίτερη προσοχή για την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη χρειάζονται τα Βαλκάνια. Τα χαρακτηριστικά της περιοχής γνωστά. Βεβαρυμμένο παρελθόν αιματηρών συγκρούσεων, υφέρποντες και μη εθνικοί ανταγωνισμοί, οικονομική και κοινωνική αστάθεια, δυσανάλογη παρουσία ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος. Αν σε αυτά προστεθούν οι ανοιχτές πληγές του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου και η ατυχώς μονομερής επέμβαση τότε της Δύσης και ο διαγκωνισμός μεγάλων δυνάμεων για σφαίρες επιρροής στην περιοχή γίνεται αντιληπτό ότι η κατάσταση μπορεί εύκολα να ξεφύγει.



Η Βοσνία Ερζεγοβίνη με το περίπλοκο και δυσλειτουργικό καθεστώς που την διέπει, αλλά και το Κόσοβο όπου βρίσκονται σε μόνιμη τριβή οι επιδιώξεις Αλβανών και Σέρβων είναι οι κυριότερες εστίες ανησυχίας. Η διαιώνιση του Ουκρανικού μπορεί να θεωρηθεί ως ευκαιρία για την εκδήλωση αποσχιστικών τάσεων, συγκρούσεων ακόμα και αλλαγής συνόρων.

Όλα αυτά πρέπει η ΕΕ να τα προλάβει, στέλνοντας τα κατάλληλα μηνύματα, καθιστώντας απαγορευτικό το κόστος του οποιουδήποτε τυχοδιωκτισμού και εξασφαλίζοντας την προοπτική ένταξης στα κράτη της περιοχής, υπό τον όρο βεβαίως του απόλυτου σεβασμού των συνθηκών και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ο ρόλος της Ελλάδας πρέπει πάντα να είναι πρωταγωνιστικός σε όλες αυτές τις κατευθύνσεις, πρωτοπόρος της Ευρώπης στην περιοχή.

Με σαφές μήνυμα: στήριξη στις προσπάθειες για συνεργασία, ανάπτυξη, εξομάλυνση των όποιων διαφορών και βέβαια στον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

 Κομμένα όμως με το μαχαίρι οι αλυτρωτισμοί και οι βαλκανικής κοπής κουτοπονηριές!

Όπως ήδη ελέχθη η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι παράνομη, απαράδεκτη και καταδικαστέα. Για όλους τους λόγους που παρετέθησαν και πολλούς ακόμα. Απερίφραστα και καθαρά. Για την χώρα μας και για έναν ακόμα θεμελιώδη λόγο.

Διότι η Ελλάδα αντιτίθεται εξ ορισμού σε οποιαδήποτε εκδοχή αναθεωρητισμού και ανατροπής του status quo. Και για λόγους αρχής αφού η ανοχή σε τέτοιες τάσεις θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα την Ευρώπη στα δεινά που εβίωσε το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.

Πάνω απ΄όλα όμως επειδή η Ελλάδα γειτνιάζει με χώρα που και αναθεωρητικές επιδιώξεις έχει και με προσφυγή στην βία απειλεί αλλά και με παράνομη εισβολή και κατοχή σε βάρος της Κύπρου βαρύνεται.

 


Για την Κύπρο

Ειδικά σε ότι αφορά την Κύπρο, δεν μπορεί να μην σημειωθεί η καταφανής αναντιστοιχία στην στάση των περισσοτέρων συμμάχων και εταίρων. Ενώ δηλαδή, και ορθώς, καταδικάζεται η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, επιβάλλονται κυρώσεις και ενισχύεται παντοιοτρόπως ο αμυνόμενος, το επί μισό σχεδόν αιώνα συνεχιζόμενο δράμα της Κύπρου αποσιωπάται απολύτως. Ακόμα χειρότερα, καταβάλλονται διαχρονικά προσπάθειες να γίνουν αποδεκτές λύσεις που θέτουν σε ίση μοίρα θύτη και θύμα, αναιρούν ακόμα και την υφιστάμενη κρατική οντότητα της Κύπρου, αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τα τετελεσμένα της παράνομης κατοχής και εποίκισης και θα έθεταν σε τροχιά δορυφοροποίησης την Κύπρο προς την Τουρκία και μάλιστα σε πλήρη αναντιστοιχία με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Είναι χαρακτηριστικά επ’ αυτού τα εκ των υστέρων σχόλια του Λόρδου David Hannay, βετεράνου Βρετανού διπλωμάτη και εν πολλοίς παρασκηνιακού εμπνευστή του Σχεδίου Annan, όπως δημοσιεύτηκαν στην Cyprus Mail, στις 14 Σεπτεμβρίου 2014, όταν περιέγραφε την τελική μορφή του ως «ασύνετα γενναιόδωρη» για τους Τούρκους.

Αυτή η κατάφωρα υποκριτική αναντιστοιχία εκθέτει σοβαρά όσους ομνύουν ότι μάχονται υπέρ αξιών και αρχών, και εγείρει την υποψία ότι η επιλεκτικότητα στις ευαισθησίες υπαγορεύεται όχι από αρχές αλλά από γεωπολιτικές επιδιώξεις. Εκ των πραγμάτων έτσι αποδυναμώνεται η πολιτική, δικαϊική και ηθική υπεροχή του αφηγήματος της Δύσης.



Η ειρήνη δεν εξαγοράζεται

Αντίθετα με την Ελλάδα, η Τουρκία είναι χώρα αναθεωρητική. Επιδιώκει δηλαδή να μεταβάλλει την υφιστάμενη κατάσταση όπως προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς συμφωνίες προς όφελος της. Απόδειξη αυτού είναι η άμεση ή έμμεση στρατιωτική της εμπλοκή στο Ιράκ, στην Συρία, στον Καύκασο και στην Λιβύη. Η ενεργή ανάμειξη της στα εσωτερικά των βαλκανικών χωρών με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, με στόχο την διεύρυνση της επιρροής της. Η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης, της Συνθήκης των Παρισίων περί εκχώρησης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα του 1947, η μη αποδοχή της σύμβασης του Montego Bay για το Δίκαιο της θάλασσας, και η επιλεκτική μόνο επίκλησή του. Και βέβαια η ρητορική της και η διαρκής και πολυεπίπεδη κλιμάκωση των προκλήσεων έναντι της Ελλάδας.

Είναι κομβικής σημασίας να αντιληφθούμε με τρόπο σφαιρικό και ολοκληρωμένο την στόχευση και την στρατηγική της Τουρκίας. Με απλά λόγια να την διαβάσουμε σωστά. Είναι δραματικά διαφορετικό εάν επρόκειτο για μια χώρα που όπως σε πολλές περιπτώσεις ανά τον κόσμο έχει κάποιες διαφωνίες με ένα γειτονικό κράτος που επιθυμεί να τις λύσει με τους παραδεκτούς τρόπους επίλυσης διαφορών, ή αντίθετα επιδιώκει να ανατρέψει συνολικά το status quo με απώτερο στόχο την ηγεμονία στην ευρύτερη περιοχή. Δυστυχώς συμβαίνει το δεύτερο. Όλα δείχνουν ότι η Τουρκία θεωρεί ότι ιστορικά, γεωπολιτικά, με βάση το μέγεθος και τον πληθυσμό της δικαιούται ηγετικού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο και επέκεινα. Ρόλου που θα την αναβιβάζει σε πρωταγωνιστή και κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή, με συνακόλουθη την σχετική υποβάθμιση της σημασίας και του ρόλου των υπολοίπων και την σταδιακή καθυπόταξη τους στις προτεραιότητες της ίδιας.



Οι παραδοχές αυτές δεν επιτρέπουν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Η άποψη ότι για την ένταση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις υπάρχει αμοιβαία ευθύνη, ότι η ελληνική στάση ρέπει στον μαξιμαλισμό, ότι πρέπει να επιδείξουμε μεγαλύτερη ευελιξία και συμβιβαστική διάθεση, ότι δεν μπορούμε να αρνούμαστε την διεύρυνση της ατζέντας των προς επίλυση θεμάτων που κατά το δοκούν φορτώνει ολοένα η Τουρκία, είναι εσφαλμένη. Εσφαλμένη διότι διαβάζει λάθος την Τουρκία. Γιατί στηρίζεται σε λάθος δεδομένα και οδηγεί σε ψευδαισθήσεις. Κυρίως στην ψευδαίσθηση ότι αρκεί να δείξουμε κάποια υποχωρητικότητα και όλα θα διευθετηθούν προς όφελος όλων.

Δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια προθέσεων και τον πατριωτισμό κανενός. Σέβομαι τις αντιλήψεις όλων. Θέλω όμως να υπογραμμίσω ότι η υιοθέτηση μιας τέτοιας συμπεριφοράς θα οδηγούσε σε σοβαρές, ίσως και μοιραίες βλάβες στα εθνικά συμφέροντα και θα αποθράσυνε ακόμα περισσότερο την άλλη πλευρά.
Βεβαίως και η Ελλάδα πρέπει να εμμένει στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών. Βεβαίως και πρέπει να κρατά ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, όπως άλλωστε έπραξαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Και βεβαίως είμαστε πρόθυμοι να προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο για την μόνη πραγματική διαφορά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, την οριοθέτηση δηλαδή της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Γιατί εξ ίσου βεβαίως είναι αδιανόητη διαπραγμάτευση ή παραπομπή περί γκρίζων ζωνών, κυριαρχίας επί νήσων, νησίδων και βραχονησίδων, αποστρατιωτικοποίησης νησιών που απειλούνται και του αναφαίρετου μονομερούς δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα.

Η στάση αυτή, της σταθερής γραμμής υπεράσπισης και προβολής των εθνικών θέσεων χαρακτηρίζεται ενίοτε επικριτικά ως λογική της ακινησίας. Αν όμως η δήθεν κινητικότητα, δηλαδή η μετακίνηση από πάγιες εθνικές θέσεις οδηγεί σε αντιλήψεις συμβιβασμού με τις μονομερείς και διαχρονικά αυξανόμενες τουρκικές αξιώσεις, το επιχείρημα είναι και έωλο και επικίνδυνο.

Με εκπτώσεις σε θέματα εθνικής κυριαρχίας δεν εξαγοράζεται η ειρήνη. Το αντίθετο. Οι εκπτώσεις τέτοιου είδους απλώς μεγαλώνουν την βουλιμία και εντείνουν τις ηγεμονικές επιδιώξεις και τον επεκτατισμό των γειτόνων.

Κατά καιρούς, έτσι και πρόσφατα, εγείρεται συζήτηση περί συνεκμετάλλευσης. Σύμφωνα με το αφήγημα, ο από κοινού προσπορισμός οφέλους από τα κοιτάσματα ορυκτού πλούτου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο θα ήταν ισχυρό κίνητρο να ξεπεραστούν οι διαφωνίες και να οδηγηθούμε σε μια επ αμοιβαία ωφελεία διευθέτηση. Παραβλέπει όμως το αφήγημα αυτό, δύο ουσιωδέστατους παράγοντες. Πρώτον, ότι συνεκμετάλλευση δεν είναι νοητή εάν προηγουμένως δεν έχει επακριβώς οριοθετηθεί το τι ανήκει στην κάθε πλευρά σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Και δεύτερον διότι στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αξιοποίηση του τυχόν υφιστάμενου ορυκτού πλούτου είναι το βασικό κίνητρο της συμπεριφοράς της Τουρκίας. Ενώ αντιθέτως, η συνολική της συμπεριφορά, η ρητορική της και η συνεχής κλιμάκωση των προκλήσεων, η αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου και των διεθνών συνθηκών, το ίδιο το ιδεολόγημα περί «Γαλάζιας Πατρίδας» καταδεικνύει ότι η πραγματική της στόχευση είναι η ανατροπή προς όφελος της του status quo στην περιοχή και η επιβολή καθεστώτος ηγεμονίας της.
Δεν είναι καινοφανείς οι σκέψεις αυτές και ο επί αυτών διεξαγόμενος εδώ και χρόνια διάλογος. Αποκτούν όμως ξεχωριστό ενδιαφέρον στις μέρες μας υπό το φως του πολέμου στην Ουκρανία. Και τούτο διότι κάθε πλευρά αποσκοπεί να αξιοποιήσει τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται.

Αφ’ ενός η Τουρκία επιδιώκει να αναβαθμίσει το γεωπολιτικό της εκτόπισμα, διατηρώντας διαύλους επικοινωνίας και με τους δύο εμπολέμους, προσφέροντας υπηρεσίες διαμεσολαβητή και αξιοποιώντας την γεωγραφική της θέση για να επηρεάσει προς όφελός της την στάση της Δύσης.

Αφ’ ετέρου η Δύση ενώπιον της ανάγκης σύμπηξης ενιαίου αντιρωσικού μετώπου να υπερεκτιμήσει την σπουδαιότητα του ρόλου της Τουρκίας, παραβλέποντας και υποτιμώντας τις κατά καιρούς αποκλίσεις της από την δυτική γραμμή και τον αλληθωρισμό της προς την Ρωσία, αλλά και την αναθεωρητική της συμπεριφορά. Η ανάγκη δηλαδή διατήρησης της ηρεμίας και της ενότητας εντός της Συμμαχίας, η διακαής επιθυμία να προσελκυσθεί η Τουρκία στις συμμαχικές προτεραιότητες, να οδηγούσε σε διάθεση κατευνασμού και καλοπιάσματος της Τουρκίας και συνακόλουθα σε πιέσεις προς τους γείτονές της να υποκύψουν έστω και μερικώς σε αξιώσεις της.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ανακύπτει ο προβληματισμός αυτός. Συχνά στο παρελθόν, ακόμα και το πρόσφατο, η συμπεριφορά της Δύσης και πρωτίστως των ΗΠΑ αντανακλούσε την αντίληψη ότι βασική προτεραιότητα στην περιοχή ήταν να κρατηθεί η Τουρκία πάση θυσία στο δυτικό στρατόπεδο. Συνέπεια της αντίληψης αυτής ήταν η υιοθέτηση πολιτικής ίσων αποστάσεων έναντι της Τουρκίας και της Ελλάδας, η αποφυγή απερίφραστης καταδίκης των κλιμακούμενων τουρκικών προκλήσεων, οι συστάσεις για διάλογο και αμοιβαίους συμβιβασμούς, παραβλέποντας ότι η μεν Ελλάδα ζητά τον σεβασμό και την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, ενώ η Τουρκία προβάλλει διεκδικήσεις διαμετρικά σε αντίθεση με αυτό, απειλεί με πόλεμο και προσφεύγει στην διπλωματία των κανονιοφόρων. Οι πρόσφατες ενέργειες και τοποθετήσεις της ηγεσίας της αποδεικνύουν ότι έχει υιοθετήσει συμπεριφορά ταραξία στην περιοχή. Ίσες αποστάσεις όμως και ουδετερότητα μεταξύ δικαίου και αδίκου, μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, συνιστά εύνοια προς τον παρανομούντα, συνιστά έμμεση και υποκριτική στήριξη προς τον ταραξία.

Οι διαπιστώσεις αυτές προφανώς και δεν αναιρούν την ορθότητα των επιλογών της Ελλάδας, να ανήκει στην Δύση, να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Συνιστούν όμως το κεντρικό πρόβλημα της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Και το πρόβλημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα και φόρτιση από τον πόλεμο της Ουκρανίας και τη γενικευμένη κρίση που ο πόλεμος αυτός προκάλεσε και προκαλεί.

Σημαίνουν ακόμα ότι η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει και να εντείνει τις προσπάθειες της για διεύρυνση των διπλωματικών της ερεισμάτων, για ενίσχυση των αμυντικών συνεργασιών της, για διαρκή προβολή των επιχειρημάτων της ιδίως προς συμμάχους και εταίρους, όπως ήδη και σωστά πράττει, αναδεικνύοντας την ορθότητα των θέσεών της αλλά και το επιβλαβές της επαμφοτερίζουσας στάσης τους. Και βέβαια για ισχυροποίηση της αμυντικής και αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας και στήριξη, ηθική και υλική, των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων.

Είναι επίσης επείγουσα ανάγκη να αναστραφούν οι δυσμενείς τα τελευταία χρόνια, δημογραφικές τάσεις. Σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα το δημογραφικό, αν δεν ανασχεθεί θα καταστεί με μαθηματική ακρίβεια το μείζον εθνικό πρόβλημα.



Είναι βέβαιο ότι ο αγώνας αυτός απαιτεί εθνική ενότητα και ομοψυχία, επιβάλλει συνεχή και συνεπή υπεράσπιση της εθνικής στρατηγικής απ’ όλους μας. Δεν είναι ούτε εύκολος ούτε βραχύβιος ο αγώνας αυτός και είναι ανάγκη να είμαστε προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Είναι όμως αγώνας που οφείλουμε στο έθνος και την συνείδησή μας. Σε τελική ανάλυση, ασχέτως επί μέρους απόψεων, όλες και όλοι την ίδια γαλανόλευκη φανέλλα φοράμε!

Έλεγε ο Charles de Gaulle, ο κορυφαίος Γάλλος και ίσως Ευρωπαίος ηγέτης του 20ου αιώνα : «Πατριωτισμός είναι όταν η αγάπη για τον λαό σου έρχεται πρώτη. Εθνικισμός όταν το μίσος για άλλους έρχεται πρώτο».

Εμείς δεν μισούμε κανέναν. Αγαπάμε όμως την πατρίδα και τους ανθρώπους της. Πολύ και βαθειά. Και υπογράμμιζε ακόμα ο De Gaulle :” ‘Ολη μου την ζωή είχα μια συγκεκριμένη ιδέα για την Γαλλία “. Και εμείς στρατηγέ μου, κατ’ αναλογία, μια συγκεκριμένη ιδέα για την Ελλάδα έχουμε.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

Ολόκληρη η συγκλονιστική ομιλία του πρώην πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εκδήλωση για τα 47 χρόνια της Ν.Δ.

  

Η Ιστορία διδάσκει. Ο Καραμανλής μάς το θυμίζει. Όλοι εμείς έχουμε χρέος να αποδείξουμε ότι διδαχθήκαμε καλά το μάθημά μας.

ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ Ι.Κ.Κ.

ΜΕ ΘΕΜΑ

«ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ:

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΩΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ»

 

Θέλω να συγχαρώ και να ευχαριστήσω θερμά για την σημερινή εκδήλωση τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο, τον Πέτρο Μολυβιάτη και τον Αχιλλέα Καραμανλή, τους πιο στενούς συνεργάτες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και δεκαετίες τώρα στυλοβάτες του Ιδρύματος Κωνσταντίνος Καραμανλής. Και ακόμα να ευχαριστήσω τον Υπουργό Κώστα Καραμανλή, αφού μαζί με τους συνεργάτες του συνέβαλαν ουσιαστικά στη διοργάνωσή της.

 


Αποτίουμε σήμερα τον οφειλόμενο φόρο τιμής στη μνήμη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τιμούμε τον πολιτικό ηγέτη που στην αυγή της μεταπολίτευσης, σε ώρες δραματικές για τον Ελληνισμό, επέστρεψε στην πατρίδα, αναλαμβάνοντας την βαριά ευθύνη να σώσει τη χώρα από τον κίνδυνο της κατάρρευσης και της εθνικής καταστροφής.

 

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε η εμβληματική πολιτική προσωπικότητα της μεταπολεμικής περιόδου, σφραγίζοντας με την παρουσία και το έργο του για περισσότερο από μισό αιώνα την πορεία της Ελλάδας.

 

Τα κορυφαία επιτεύγματά του, η ανόρθωση της χώρας και η εργώδης ανάπτυξη στις δύσκολες πρώτες δεκαετίες μετά τον παγκόσμιο, αλλά και τον εμφύλιο πόλεμο, η αποκατάσταση και εδραίωση της δημοκρατίας σε συνθήκες αντίξοες και εθνικά κρίσιμες και η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, προϊόν και αυτό μακράς και επίπονης προσπάθειας, έχουν τύχει καθολικής αναγνώρισης, εντός και εκτός Ελλάδας, και θα συνεχίσουν να φωτίζονται από ιστορικούς ερευνητές και μελετητές με την πολύτιμη και αμέριστη αρωγή του Ιδρύματος.

 

Εκείνο στο οποίο θα ήθελα να εστιάσουμε την προσοχή μας σήμερα είναι στις βαθύτερες πολιτικές του πεποιθήσεις και αρχές, αυτές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο πολιτικός του οραματισμός και η πολυσχιδής δράση του.

 

Πεποιθήσεις και αρχές που διαμορφώθηκαν όχι μόνο από προσεκτική μελέτη και ιστορική παρατήρηση, αλλά και, προ παντός, από βιώματα της εποχής, της κοινωνικής και εθνικής πραγματικότητας, μέσα στις οποίες ανδρώθηκε.

 


Πρωτότοκος γιός πολυμελούς οικογένειας από την Πρώτη Σερρών έζησε τις θυελλώδεις εξελίξεις των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Γεννημένος σε οθωμανική ακόμα επικράτεια, βίωσε την απελευθέρωση της Μακεδονίας, ένιωσε την απειλή της εθνικής ακεραιότητας στην διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, είδε τον πατέρα του να πρωτοστατεί στην εθνική προσπάθεια, να συλλαμβάνεται και να εξορίζεται.

 

Είχε την εμπειρία του Εθνικού Διχασμού, των ακραίων πολιτικών παθών και ακροτήτων στην δημόσια ζωή, τα επαναλαμβανόμενα πλήγματα στο δημοκρατικό πολίτευμα και τον ομαλό πολιτικό βίο, από επαναστάσεις, κινήματα, δικτατορίες, εκτελέσεις και διώξεις υποκινούμενες από κομματικό φανατισμό και μισαλλοδοξία.

 

Γνώρισε την φτώχεια, την ανέχεια, τον μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, ειδικά σε μια περιοχή όπου ο καπνός ήταν στην ουσία μονοκαλλιέργεια. Εζησε την οικονομική καταστροφή του πατέρα του, ως αποτέλεσμα της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης, και ανέλαβε ο ίδιος την ευθύνη της συντήρησης της οικογένειάς του με σκληρή δουλειά, σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

 


Με άλλα λόγια, οι εμπειρίες, οι περισσότερες τραυματικές, που εν συντομία παρετέθησαν, σμίλευσαν την προσωπικότητα και την κοσμοαντίληψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, σε βαθμό που λειτούργησαν ως πλοηγοί στην μακρά πορεία της πολιτικής του δράσης.

 

« Όταν ένας λαός δεν μπορεί να επιτύχει την κοινωνική δικαιοσύνη στα πλαίσια της Δημοκρατίας, κλονίζεται η εμπιστοσύνη του στην ιδέα της Δημοκρατίας». Με την φράση αυτή, διατυπωμένη στις 5.5.1979 στο Α΄Συνέδριο της ΝΔ, ο Καραμανλής ανάγει την κοινωνική δικαιοσύνη σε βασικό θεμέλιο της δημοκρατίας.

 


Πράγματι, προϋπόθεση ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι οι πολίτες να αισθάνονται ότι η πολιτεία τούς αντιμετωπίζει με ισονομία και δικαιοσύνη.  Όταν οι πολίτες, η μεγάλη μερίδα αυτών, αισθάνονται αδικημένοι, παραγκωνισμένοι ή περιφρονούμενοι, η δημοκρατία τραυματίζεται και, σε ακραία προέκταση, υπονομεύεται.

 

Προφανώς το αξίωμα αυτό δεν δικαιολογεί διαρκείς και εξωπραγματικές διεκδικήσεις της οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας ούτε σημαίνει ότι αναλαμβάνει η πολιτεία όλα τα βάρη και τις ευθύνες των πολιτών. Σημαίνει όμως ότι η πολιτεία έχει καθήκον να μεριμνά για την ευημερία όλων των πολιτών, πρωτίστως βέβαια εκείνων που, για διάφορους λόγους, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

 


Η μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης προσφέρει εναργέστατο παράδειγμα. Οι δύο καταστροφικοί παγκόσμιοι πόλεμοι, η μεγάλη κρίση και η συνακόλουθη γιγάντωση ολοκληρωτικών και ανελεύθερων καθεστώτων στον μεσοπόλεμο, οδήγησε τις Ευρωπαϊκές ηγεσίες στο συμπέρασμα ότι η διασφάλιση της ειρήνης και της πολιτικής ομαλότητας προϋπέθετε την ταχεία οικονομική ανόρθωση, αλλά και ευρεία κοινωνική πολιτική.

 

Αποτέλεσμα της προσέγγισης αυτής υπήρξε το Ευρωπαϊκό θαύμα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Όπου η ελεύθερη οικονομία και η ιδιωτική πρωτοβουλία έχουν τον κατ εξοχήν δημιουργικό και παραγωγικό ρόλο, ταυτόχρονα όμως η πολιτεία προσφέρει διαρκώς βελτιούμενες υπηρεσίες στους κοινωνικά νευραλγικούς τομείς της υγείας, της παιδείας, της ασφάλισης, των συνθηκών εργασίας κ.ο.κ. και καλλιεργεί συνθήκες διαλόγου και συνδιαλλαγής μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων, προς όφελος και της οικονομίας αλλά και των ευρέων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτό που στην Δυτική Γερμανία του Αντενάουερ και του Έρχαρτ ονομάστηκε “Soziale Marktwirtschaft”, δηλαδή κοινωνική οικονομία της αγοράς, που με παραλλαγές εφαρμόστηκε σε όλη σχεδόν την Δυτική Ευρώπη.

 


Η πολιτική αυτή οδήγησε σε ιστορικά πρωτόγνωρο επίπεδο ευημερίας και ευκαιριών απασχόλησης και κοινωνικής ανέλιξης σε ολοένα ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Οι ευεργετικές συνέπειές της είχαν άμεση αντανάκλαση και στην εδραίωση της ειρήνης, αλλά, εξ ίσου σημαντικό, στην διασφάλιση κοινωνικής συνοχής και πολιτικής ομαλότητας. Δημοκρατικός διάλογος, ομαλή εναλλαγή στην εξουσία, διαμόρφωση μεγάλων και σταθερών κομματικών σχηματισμών με μετριοπαθή έκφραση και συχνά συγκλίσεις στις κορυφαίες προτεραιότητες των Ευρωπαϊκών Κρατών.

 

Οι μεγάλες αυτές κατακτήσεις βρίσκονται υπό αυξανόμενη αμφισβήτηση τα τελευταία χρόνια. Οικονομικές κρίσεις, εμπορικοί ανταγωνισμοί, η άναρχη λειτουργία των αγορών, η τεχνολογική έκρηξη στις μεθόδους παραγωγής, εκπαίδευσης και επικοινωνίας, η δημογραφική πίεση, προκαλούν σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον. Ήδη παρατηρείται παγκοσμίως διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Πληθαίνουν εκείνοι που, αν βρεθούν χωρίς δουλειά, θα τους είναι σχεδόν αδύνατον να επανενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία. Πολλοί νέοι αισθάνονται ότι δεν θα έχουν τις ευκαιρίες που χρειάζονται για μια καλύτερη ζωή.

 

Η διευρυνόμενη αυτή ανασφάλεια, ειδικά στα λιγότερο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα, είναι λόγος σοβαρού προβληματισμού. Διότι κατατείνει στην δυσπιστία, την απομυθοποίηση και τελικά την αμφισβήτηση και την απονομιμοποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Φαινόμενα απογοήτευσης, απάθειας, αποχής και πολιτικής αστάθειας, ενίσχυση δημαγωγικών ρευμάτων και σκηνές έντονων κοινωνικών συγκρούσεων έχουν ήδη εμφανιστεί σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.

 


Προφανώς και τα πράγματα δεν μπορεί να μείνουν ως έχουν. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και είναι αναγκαία η προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Είναι σαφές ότι απαιτούνται μεταρρυθμίσεις και καινοτόμες λύσεις στην εκπαίδευση, στα συστήματα υγείας, στην κοινωνική ασφάλιση και το εργασιακό περιβάλλον. Αρκεί να θυμόμαστε πάντα ότι οι κοινωνίες ανθούν και προοδεύουν μόνο όταν οι πολλοί αισθάνονται ότι μετέχουν στην συλλογική προσπάθεια, στις ευκαιρίες και την ισότιμη κατανομή των καρπών της προόδου.

 

Στο Προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, στις 2 Απριλίου 1977, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επεσήμαινε: «η δημοκρατία δεν επιβάλλεται. Η δημοκρατία βιώνεται. Και πρέπει να γίνεται πράξη στην καθημερινή ζωή του πολίτη. Προϋποθέτει τον σεβασμό της αρχής της πλειοψηφίας και του νόμου. Και προπαντός προϋποθέτει πολιτικό κλίμα ήπιο και ήρεμα πολιτικά ήθη. Η δημοκρατία δεν αντέχει στα πάθη και τους φανατισμούς».

 

Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τον ταραχώδη δημόσιο βίο της χώρας, τις επανειλλημμένες εκτροπές, τους διχασμούς, τον αδελφοκτόνο εμφύλιο, αλλά και τις συνήθεις υπερβολές οξύτητας και δημαγωγίας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πίστευε βαθιά ότι εξ ίσου σημαντικός θεμέλιος λίθος για την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η ήρεμη πολιτική ζωή, η αποφυγή ακραίων αντιαπαραθέσεων, ο δημόσιος λόγος με σεβασμό στην αντίθετη άποψη, η διαρκής προσπάθεια δημιουργίας συνθηκών εθνικής συνεννόησης.

 

Απευθυνόμενος στους πολίτες της Αθήνας, στις 16 Νοεμβρίου 1974, επισήμαινε:

« Είναι γνωστό ότι εμείς οι Έλληνες έχομε την αδυναμία να λησμονούμε γρήγορα τους κινδύνους. Και να επιδιδώμεθα, πριν καλά – καλά παρέλθουν, στην ικανοποίηση των κομματικών ή προσωπικών μας αδυναμιών. Έχομε, επίσης, την κακήν συνήθεια, να καταστρέφουμε με τα ίδια μας τα χέρια, όσα με κόπους και θυσίες δημιουργούμε. Και το κάνουμε αυτό, όταν ακριβώς ευρισκόμεθα  στα πρόθυρα της επιτυχίας. Την αδυναμία μας δε αυτήν ακριβώς συμβολίζει και ο μύθος του Σισύφου. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο μύθος αυτός είναι ελληνικός.

 

Την οδυνηρήν αυτή αλήθεια την επιβεβαιώνει η μακρά μας ιστορία. Και θα μπορούσε κανείς να μνημονεύσει το 1920, το 1940 και κατά ένα τρόπο και το 1963. Όταν μετά την Επανάσταση του 1821 ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, ο Δεριγνύ (Γάλλος ναύαρχος που ηγήθηκε της γαλλικής μοίρας στην ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827) έγραφε στην κυβέρνησή του: «Οι Ελληνες επιδίδονται στην αυτοκαταστροφή, όταν ακριβώς η τύχη τους μειδιάσει».

 


Αυτές είναι οι αρχές που συνθέτουν την δομή της πολιτικής ταυτότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στην μακρά δημόσια διαδρομή του, τις υπηρέτησε με συνέπεια και αποτελεσματικότητα, όπως κυρίως αναδεικνύεται από την επιτυχή αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, αλλά και την θέσπιση σύγχρονου, προοδευτικού και του μακροβιότερου Συντάγματος της ιστορίας μας, το 1975. 

Και παρότι επεκρίθη, ενίοτε λυσσαλέα, συκοφαντήθηκε και υπέστη ουκ ολίγες προσωπικές επιθέσεις, με αποκορύφωμα την πρόταση παραπομπής του, με έωλους ισχυρισμούς, στο ειδικό δικαστήριο, τον Ιανουάριο του 1965, ουδέποτε υπέκυψε στον πειρασμό της έξαψης των παθών, της ανταπόδοσης προσωπικών ύβρεων και προσβολών, ακόμα και της προσωποποίησης των πολιτικών διαφωνιών. Είχε πλήρη συνείδηση ότι αυτές οι πρακτικές οδηγούν σε εκτροπές και ανωμαλίες που τόσο είχαν στιγματίσει την πολιτική ζωή της χώρας, αλλά και ζημιώσει τα εθνικά της συμφέροντα.

 


Αν οι αντιλήψεις αυτές έχουν ευρύτερη, πιθανώς παγκόσμια ισχύ, σε ό,τι αφορά την εδραίωση και καλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, έχουν ξεχωριστή αξία και σημασία στην περίπτωση της χώρας μας. Και τούτο για δύο λόγους. Πρώτον διότι, λόγω βεβαρυμένου παρελθόντος, έχουμε πληρώσει ως έθνος βαρύ τίμημα από την συχνή παραβίασή τους. Και δεύτερον, ίσως ακόμα σημαντικότερο, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της περιοχής μας και της θέσης της Ελλάδας. Είναι απλή ιστορική διαπίστωση ότι ζούμε σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον εξαιρετικά φορτισμένο. Οι συγκρούσεις και οι ανταγωνισμοί των κρατών της περιοχής, η ανάμιξη των κατά εποχή Μεγάλων Δυνάμεων, για δικούς τους λόγους και σκοπιμότητες, η εμπλοκή στους παγκόσμιους πολέμους, όχι αβάσιμα, γέννησαν για τα Βαλκάνια τον όρο «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης».  Με απλά λόγια, η θέση της χώρας, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο, καθιστά ανεπίτρεπτη απερισκεψία την επικράτηση κλίματος διχαστικού και ακραίας οξύτητας. Μας το θυμίζει άλλωστε η πρόσφατη Ιστορία μας. Και στην Μικρασιατική Καταστροφή και στον Εμφύλιο, μπορεί να έχουν σοβαρές ευθύνες και ξένοι παράγοντες, όμως η οδυνηρή αλήθεια είναι ότι από μόνοι μας βγάλαμε τα μάτια μας. Όπως σοφά υπογράμμιζε ο Καραμανλής, στις 7 Απριλίου 1983, σε δείπνο προς τιμήν του Κυπρίου Προέδρου Σπύρου Κυπριανού, «Οι ξένοι δεν θα μπορούσαν να μας αδικούν, εάν δεν τους διευκόλυναν τα σφάλματα τα δικά μας».

 


Κυρίες και Κύριοι,

 

Οφείλουμε κατά συνέπεια να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια για την διαμόρφωση συνθηκών σύμπνοιας, ομοψυχίας και εθνικής συνεννόησης. Ο δημοκρατικός διάλογος και η αντιπαράθεση επιχειρημάτων πρέπει να διευκολύνει και όχι να υπονομεύει την ανάγκη σύγκλισης απόψεων για τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής, πρωτίστως για τα μεγάλα εθνικά θέματα. Αυτό είναι το θεμελιώδες δίδαγμα της ιστορικής μας εμπειρίας. Είναι ταυτόχρονα το εθνικό μας καθήκον, αφού η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι υπό απειλή. Απειλή που αφορά όχι μόνο δικαιώματα, συμφέροντα και επιδιώξεις που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες, αλλά απειλή ακόμα και κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

 

«Επεδίωξα να συνδέσω οργανικά την Ελλάδα με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, για να διασφαλίσω το μέλλον της βγάζοντάς την από την αιώνια μοναξιά της. Και αν επεδίωξα με τόση επιμονή την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το έκανα γιατί ήθελα, εκτός των άλλων, να την απαλλάξω και από την ανάγκη να αναζητεί προστάτες» έλεγε ο Καραμανλής στον βιογράφο του Ροζέ Μασσίπ, συγγραφέα του βιβλίου «Ο Ελληνας που ξεχώρισε» που εξεδόθη το 1982.

 

Σε αυτές τις φράσεις συμπυκνώνεται η συνολική σύλληψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή αναφορικά με την πορεία της χώρας προς την Ευρώπη. Μια πολιτική που με επιμονή και συνέπεια ακολούθησε για περισσότερο από 20 χρόνια και οδήγησε με επιτυχία στην ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια που συνάντησε, εντός και εκτός χώρας, στην μακρά και επίπονη αυτή πορεία.

 

Μια πολιτική που σήμερα, 40 χρόνια μετά την ένταξη, έχει δικαιωθεί στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών και του συνόλου σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων, αφού αναγνωρίζεται ότι η συνολική αποτίμηση της συμμετοχής μας στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι αναμφισβήτητα θετική. Άλλωστε, πέραν των προφανών ωφελειών, αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσο πιο δύσκολα και επικίνδυνα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα για την χώρα, σε αντίθετη περίπτωση.

 


Το κυρίαρχο στοιχείο, πέρα από τα προφανή πολιτικά και οικονομικά οφέλη της ένταξης, ήταν η αναζήτηση πλαισίου εθνικής ασφάλειας. Η Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας ήταν για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή πρωτίστως η ενδεδειγμένη λύση στην παραδοσιακή αστάθεια της ευρύτερης περιοχής, τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, στις απειλές και τους κινδύνους για το έθνος, όπως επίσης και στην ανάγκη αναζήτησης προστασίας από εκάστοτε ισχυρούς πρωταγωνιστές της διεθνούς σκηνής, που όμως εκ των πραγμάτων οδηγούσε σε σχέσεις ανισομέρειας.

 

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όπως όλοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι οραματιστές της εποχής του, από τον De Gaulle, τον Antenauer, τον Monnet και τον de Gasperi μέχρι τον D’ Estaing και τον Helmut Schmidt, πίστευε βαθιά ότι η ισχύς της Ευρώπης είναι εν τη ενώσει, στη δύναμή της να διασφαλίσει ειρήνη, ευημερία και ασφάλεια στην ήπειρό μας, στην ευεργετική της επιρροή στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και αυτό εμφανίζεται σήμερα ακόμα πιο επίκαιρο και επείγον, μετά από τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν. Η Ευρώπη οφείλει να αντλήσει διδάγματα από την ατυχέστατη έκβαση της εμπλοκής στη χώρα αυτή και να αναπτύξει επιτέλους μια πιο αυτόνομη φωνή στο διεθνές στερέωμα, συνοδευόμενη από αντίστοιχες δυνατότητες σε όλα τα επίπεδα.

 

Ο Helmut Kohl διακήρυσσε:

 

«Η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης…. σε λίγα χρόνια θα οδηγήσει στην δημιουργία αυτού που ονειρεύτηκαν οι θεμελιωτές της σύγχρονης Ευρώπης μετά τον πόλεμο, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης».

 

Με άλλα λόγια, πέραν των προφανών λόγων που επέβαλλαν την συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, υπήρχε και ένας ακόμα πιο φιλόδοξος, μεγαλεπήβολος οραματισμός για το μέλλον της Ευρώπης, η σταδιακή πολιτική της ολοκλήρωση, ο ρόλος της στο διεθνές στερέωμα, με βάση τις Ευρωπαϊκές αξίες του ανθρωπισμού, της ειρήνης, της προόδου και της αλληλεγγύης.

 


Με σαφήνεια προσδιόρισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το μέγεθος του εγχειρήματος σε ομιλία του κατά την διάρκεια επίσημης επίσκεψης στην Ολλανδία, στις 4 Απριλίου 1978: «Για να προωθηθεί η ενοποίηση της Ευρώπης θα χρειαστεί να παραμεριστούν οι στείροι ανταγωνισμοί, που υποκινούνται άλλοτε από μικροσυμφέροντα και άλλοτε από ξεπερασμένους εθνικούς εγωισμούς. Θα χρειαστεί προπαντός να συνειδητοποιήσουμε όλοι το γεγονός ότι τα μεγάλα και ιστορικά έργα – όπως είναι η ενοποίηση της Ευρώπης – απαιτούν ανάλογες θυσίες».

 

Δεν χωρά αμφιβολία ότι η Ευρώπη έκανε πολλά και σημαντικά βήματα. Ειδικά τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες από την αρχική Συνθήκη της Ρώμης, τον Μάρτιο του 1957. Τονίστηκε άλλωστε ότι το εγχείρημα είναι δυσχερές, πρωτόγνωρο, χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Δεν χωρά όμως, επίσης, αμφιβολία ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει μείνει ημιτελές και ότι δεν αναποκρίνεται στις προσδοκίες ούτε των θεμελιωτών του ούτε των Ευρωπαίων πολιτών.

 

Η βεβιασμένη και άκαιρη διεύρυνση της Ενωσης, χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλισθεί η εμβάθυνση των Ευρωπαϊκών θεσμών, η οικονομική κρίση και αβεβαιότητα, η απίσχναση του κοινωνικού κράτους, οι εντεινόμενοι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, όλα έχουν παίξει το ρόλο τους στην σημερινή εικόνα στασιμότητας. Πιθανότατα και το γεγονός ότι παρήλθαν οι γενιές, πολιτών και πολιτικών, που αντλώντας διδάγματα από τις τραυματικές εμπειρίες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, οραματίζονταν μια Ευρώπη ολοκληρωμένη ως την απάντηση στις προκλήσεις και τα δεινά που εβίωσαν.

 

Τα μικροσυμφέροντα, οι στείροι ανταγωνισμοί και οι ξεπερασμένοι εθνικοί εγωισμοί, για τους οποίους προφητικά προειδοποιούσε ο Καραμανλής, επανεμφανίστηκαν και συχνά δίνεται η εντύπωση ότι υπερισχύουν των πραγματικών προτεραιοτήτων, αλλά και στρατηγικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η Ευρώπη στις μέρες μας, παρά την ισχύ της (οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, ακόμα και στρατιωτική), αδυνατεί να πρωταγωνιστήσει στη διεθνή σκηνή. Αδυνατεί να επηρεάσει αποφαστικά τις εξελίξεις σε σχέση με τις συγκρούσεις, τις εντάσεις, τους ανταγωνισμούς και τις αυθαιρεσίες σε κρίσιμες περιοχές της γης, ακόμα και στην γειτονιά της. Δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει ενιαία και αποτελεσματική πολιτική στο μεγάλο μεταναστευτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίσει με ακόμα οξύτερο τρόπο στο μέλλον. Επέδειξε ατολμία και δυσκινησία στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Και στο υγειονομικό σκέλος και στο σκέλος των μέτρων ανάκαμψης από την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία. Σε αντίθεση με το γενναίο πακέτο που υιοθέτησαν οι ΗΠΑ, το Ευρωπαϊκό είναι πολύ πιο συγκρατημένο, συνοδευόμενο μάλιστα από διαρκείς προειδοποιήσεις για τον πρόσκαιρο χαρακτήρα του, μέχρι να επανακάμψουν οι δύσκαμπτοι κανόνες πειθαρχίας και λιτότητας. Ακόμα και στην οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας, φάνηκαν χτυπητές αδυναμίες. Και γενικές, αλλά και ειδικώτερα προς την χώρα μας. Χωρίς να παραβλέπονται και να υποτιμώνται δικές μας αδυναμίες, λάθη και παραλείψεις, επεβλήθη ένα πρόγραμμα που σε μεγάλο βαθμό είχε χαρακτήρα τιμωρητικό. Και, όπως ομολογήθηκε κατ’ επανάληψη, ελέγχεται – εκ των υστέρων βέβαια – για σοβαρά σφάλματα και στην συνταγή και στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

 


Και, τέλος, είναι αναγκαίο να επισημανθεί και να στηλιτευθεί η επαμφοτερίζουσα στάση έναντι της Τουρκίας, η οποία συμπεριφέρεται ως ταραξίας στην ευρύτερη περιοχή, εγείροντας αξιώσεις που προσβάλλουν κατάφωρα και το γράμμα και το πνεύμα του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών. Ειδικά σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, δι έργων και λόγων, απειλεί ευθέως, όχι μόνο δικαίωματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, αλλά ακόμα και την εδαφική ακεραιότητα χωρών – μελών της ίδιας της Ευρωπαικής Ένωσης. Ορισμένα κράτη, μάλιστα, υιοθετώντας στάση επιτήδειου ουδέτερου, εμμέσως πλην σαφώς, δείχνουν να κλείνουν το μάτι προς την Τουρκία, δηλαδή να ενθαρρύνουν την απαράδεκτη και παραβατική συμπεριφορά της. Παρέλκει να υπογραμμισθεί ότι τα σύνορα των κρατών – μελών της Ένωσης είναι και Ευρωπαϊκά σύνορα, και ότι ο σεβασμός και η πιστή τήρηση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου είναι θεμελιώδες αξίωμα που απορρέει από το σύστημα αρχών και αξιών της Ευρώπης.

 

Και η μεν Ελλάδα είναι σε θέση να υπερασπίσει αποτελεσματικά την εδαφική της ακεραιότητα και τα δικαιώματά της. Με την διπλωματική της δράση, τις συμμαχίες της, παλιές και νέες, με το αξιόμαχο και την αποτρεπτική ικανότητα των ενόπλων μας δυνάμεων. Πάνω από όλα, με εθνική ομοψυχία και συνεννόηση, όπως επιβάλλεται από τις περιστάσεις και τις προκλήσεις. Η Ευρώπη όμως οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι, αλλοιθωρίζοντας και αποπειρώμενη να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, οδηγείται σε αδιέξοδο. Δεν μπορεί να μην επιβάλλει κυρώσεις σε εξόφθαλμα επιθετικές συμπεριφορές. Η Ευρώπη οφείλει να κάνει πράξη τις αρχές και τις αξίες της. Όχι μόνο προς όφελος των μελών της, αλλά πρωτίστως για να βρει τον εαυτό της και τον δρόμο της προς το αύριο.

 

Σε αυτήν την κατεύθυνση, είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική η πρόσφατη αμυντική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας και συνιστά αναμφισβήτη εθνική επιτυχία. Όχι μόνο για την σημασία της στην προάσπιση κοινών αξιών και συμφερόντων, αλλά και διότι σηματοδοτεί μια συνολική αντίληψη για την πορεία της Ευρώπης. Εύχομαι να είναι ένα βήμα προς την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βήμα αναγκαίο και ήδη υπερήμερο στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον.

 


Κυρίες και Κύριοι,

 

Θέλω να κλείσω με μια τελευταία αναφορά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Πιστεύω ότι, με λίγες λέξεις, μας αφήνει μια παρακαταθήκη υψίστης σημασίας σε σχέση με το εθνικό μας χρέος, βγαλμένη από ιστορικά βιώματα και βαθιά μελέτη της εθνικής μας διαδρομής. Παρακαταθήκη που έμπρακτα και συνειδητά υπηρέτησε ως η ξεχωριστή προσωπικότητα του δημόσιου βίου που δεν δίχασε τους Έλληνες.

 

Τόνιζε σε ομιλία του στην Βουλή, στις 30 Οκτωβρίου 1975:

«Η Ιστορία διδάσκει ότι οι Έλληνες ό,τι κερδίζουν στον πόλεμο το χάνουν στην ειρήνη. Και το χάνουμε γιατί έχουμε την κακή συνήθεια να καθιστούμε τα εθνικά μας θέματα αντικείμενο έντονων πολιτικών ανταγωνισμών, οι οποίοι πολλές φορές παίρνουν την μορφή της πατριδοκαπηλείας και καταλήγουν σε διχασμούς».

 

Η Ιστορία διδάσκει. Ο Καραμανλής μάς το θυμίζει. Όλοι εμείς έχουμε χρέος να αποδείξουμε ότι διδαχθήκαμε καλά το μάθημά μας.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

6 Νοεμβρίου 2019- Ολόκληρο του κείμενο της ομιλίας του πρώην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή,στο Πανεπιστήμιο City του Λονδίνου


Ολόκληρη η ομιλία του Κ. Καραμανλή
Προσκεκλημένοι και ομιλητές,
Κυρίες και Κύριοι,
Οι Παγκόσμιες Προκλήσεις που βρίσκονται Μπροστά μας
Καθηγητά Γραμμένε,
Είναι προνόμιο να μιλώ στο Κέντρο Ναυτιλίας, Εμπορίου και Χρηματοοικονομικών Κώστας Γραμμένος, το επίτευγμα ζωής του Καθηγητή Γραμμένου. Η έρευνα και η διδασκαλία σχετικά με τις σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ ναυτιλίας, εμπορίου και χρηματοοικονομικών ήταν μια πολύ κρίσιμη καινοτομία που κατέστησε το Κέντρο πρωτοπόρο στον τομέα αυτό. Υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του, το Κέντρο εξελίχθηκε σε ηγετικό ίδρυμα παγκοσμίως. Για την Ελλάδα, την πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, αυτή είναι μια εξαιρετική υπηρεσία και σας ευχαριστούμε όλοι γι 'αυτό.
Η Ναυτιλία, το Εμπόριο και τα Χρηματοοικονομικά δεν λειτουργούν σε κενό. Σήμερα, καθώς γιορτάζουμε το 35ετές ταξίδι του Κέντρου, αναπόφευκτα αναλογιζόμαστε τις παγκόσμιες προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας. Το παγκόσμιο πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλούμαστε να λειτουργούμε σήμερα και στο μέλλον.
Καθώς κοιτάζουμε γύρω μας, είναι σαφές ότι αντιμετωπίζουμε ένα κόσμο πολύ λιγότερο προβλέψιμο από ποτέ στο πρόσφατο παρελθόν. Έχουμε εισέλθει σε μια φάση αυξανόμενης αβεβαιότητας. Η επανευθυγράμμιση δυνάμεων, οι μεταβολές συμπεριφορών ή η μεταμόρφωση δυνάμεων είναι συχνές και καθιστούν τη διεθνή σκηνή πολύ πιο ασταθή σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη φάση, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Συμβαίνουν τώρα πράγματα που θα ήταν αδιανόητα, πριν από μερικά χρόνια. Κοιτάξτε το BREXIT. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ηνωμένο Βασίλειο να μην αποτελεί μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περιπέτειες για την ολοκλήρωση του Brexit, κατά τους προηγούμενους μήνες, έχουν ήδη καταδείξει τις δυσκολίες του όλου εγχειρήματος. Οι μελλοντικές εξελίξεις παραμένουν αυτή τη στιγμή πολύ αβέβαιες. Η ειλικρινής ελπίδα μου είναι ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, οι ισχυροί δεσμοί και η στενή συνεργασία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ θα υπερισχύσουν, προς όφελος όλων των μερών.
Η χώρα μου, η Ελλάδα, επίσης υπήρξε, επί σχεδόν μια δεκαετία, στη μέση μιας οδυνηρής εμπειρίας, λόγω της οικονομικής κρίσης. Μιας εμπειρίας που δοκίμασε πολύ τη χώρα και τους πολίτες. Η νέα κυβέρνηση, ωστόσο, δείχνει την προθυμία να δράσει γρήγορα και τολμηρά, ιδιαίτερα ως προς τις μεταρρυθμίσεις και τη δημιουργία ενός φιλικού προς τις επενδύσεις περιβάλλοντος, προσφέροντας έτσι μια ρεαλιστική προοπτική ενός πιο αισιόδοξου μέλλοντος.
1. Διεθνής Ασφάλεια
Παρά τις φρικτές εικόνες που εκπέμπονται τόσο συχνά στις οθόνες της τηλεόρασής μας που αφορούν βιαιότητες σε διάφορα επίπεδα, η αλήθεια είναι ότι λιγότεροι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα από την ανθρώπινη βία από πιθανότατα ποτέ άλλοτε. 
Είναι αλήθεια ότι η ανθρωπότητα έχει αποφύγει μια μεγάλη σύγκρουση, κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλα αυτά, σήμεραόλο και περισσότερο κράτη, και μη-κρατικές οντότητες, προτίθενται να χρησιμοποιούν πολιτικές ισχύος για να επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους. Αυτό μπορεί να ακούγεται κοινότοπο, έχοντας μάλιστα διατυπωθεί με ακρίβεια ήδη από τον Θουκυδίδη, πριν από 2.500 χρόνια, αλλά η εξέλιξη του διεθνούς συστήματος, κατά τη διάρκεια αυτών των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα, θέτει μια σειρά από νέες, πολύ απαιτητικές προκλήσεις.
Τόσο ο διπολικός κόσμος της εποχής του Ψυχρού Πολέμου όσο και η ηγεμονία της μοναδικής υπερδύναμης στα χρόνια που ακολούθησαν την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, πρόσφεραν ένα σημαντικό βαθμό σταθερότητας. Σίγουρα ο κόσμος δεν ήταν ένας ειδυλλιακός παράδεισος, υπήρχαν εντάσεις, συγκρούσεις, περιφερειακοί πόλεμοι, αλλά το σύστημα ήταν λίγο πολύ σταθερό.
Τώρα, αυτός ο παράγοντας αλλάζει ταχύτατα και ενδεχομένως σε βάθος. Ένας νέος πολυπολικός κόσμος αναδύεται. Βεβαίως, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η ηγετική δύναμη στον κόσμο, αλλά δυσκολεύονται να επιβάλουν τη θέλησή τους, όπως αποδεικνύεται τόσο συχνά τα τελευταία χρόνια. Σε συνδυασμό με την απογοητευτική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναλάβει έναν διεθνή ρόλο ανάλογο με την πραγματική της δυνατότητα, η Δύση ολισθαίνει σε μια προοδευτικά όλο και πιο αμήχανη θέση. Σίγουρα αφήνεται αυξανόμενο περιθώριο για άλλους παράγοντες να προσπαθήσουν να γεμίσουν το κενό ή τουλάχιστον να το εκμεταλλευτούν. Η Κίνα, η Ρωσία, αλλά και μικρότεροι παίκτες, όπως το Ιράν, η Τουρκία και άλλοι, επιδεικνύουν μια συνεχώς αυξανόμενη κινητικότητα, στην προσπάθειά τους να προωθήσουν τα συμφέροντα και την επιρροή τους. Με άλλα λόγια, εισερχόμαστε σε μια φάση σχετικής πολυπολικότητας, ενισχυμένης μη προβλεψιμότητας και αυξανόμενης αβεβαιότητας. Η ευρύτερη Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική, την τελευταία δεκαετία, προσφέρουν άφθονα παραδείγματα σχετικά.
Η εικόνα γίνεται πιο συγκεχυμένη και επικίνδυνη, αν συνδυαστεί με πρόσφατες εξελίξεις που επιδεινώνουν περαιτέρω τις προοπτικές. Η Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μεσαίας Εμβέλειας (INF) έχει καταρρεύσει. Τώρα, μόνο μία μεγάλη διμερής συμφωνία, η Νέα START, περιορίζει τα πυρηνικά οπλοστάσια των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Ένας νέος αγώνας εξοπλισμών φαίνεται πιθανός. Η απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών από την πυρηνική συμφωνία για το Ιράν οδήγησε τελικά στην ανακοίνωση του Ιράν για μία αύξηση του εμπλουτισμού ουρανίου πέρα από το συμφωνημένο όριο. Οι συνομιλίες με τη Βόρειο Κορέα δεν απέδωσαν καμία ουσιαστική πρόοδο προς την αποπυρηνικοποίηση. Σύντομα, ο ανταγωνισμός με την Κίνα δεν θα περιορίζεται πλέον στο εμπόριο ή την τεχνολογία. Οι πρόοδοι του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού θα του επιτρέψουν τελικά να ανταγωνιστεί για την ηγεμονία στην Ασία και, ενδεχομένως, και πέραν αυτής.
Η μονομερής στρατιωτική δράση της Τουρκίας στη Συρία θα υπονομεύσει περαιτέρω τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής και θα θέσει σε κίνδυνο την επιτευχθείσα πρόοδο για την ήττα του ISIS. Σε συνδυασμό με την επιθετική προσέγγισή της έναντι της Κύπρου, η Τουρκία δείχνει ότι γίνεται σταθερά μια αναθεωρητική χώρα, με άλλα λόγια ένας πιθανός ταραξίας στην ευρύτερη περιοχή. Η συμπεριφορά της στο Αιγαίο ενισχύει ακόμα περισσότερο αυτήν την αίσθηση. 
Η τρομοκρατία έχει μεταμορφωθεί με τρόπο δραστικό. Το ίδιο το γεγονός ότι ακραίοι τρομοκράτες δημιούργησαν το δικό τους «Κράτος», το Ισλαμικό Κράτος, είναι αδιανόητο. Και, παρόλο που ο ISIS έχει σχεδόν ηττηθεί, παραμένει μια σημαντική απειλή για τη διεθνή ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, η Ισλαμική τρομοκρατία δεν αποτελεί πλέον μόνο μια εξωτερική απειλή κάπου πέρα από τη σφαίρα των δυτικών κοινωνιών. Έχει μεταφερθεί μέσα στις πόλεις μας. Η εσωτερική και η εξωτερική ασφάλεια αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο και απαιτούν κατάλληλες απαντήσεις.
Ένα νέο κεφάλαιο στις προκλήσεις διεθνούς ασφάλειας ανοίγει με τις απειλές στον κυβερνοχώρο και τις υβριδικές απειλές, ένα ακόμη αδιευκρίνιστο τοπίο για το τι προμηνύει το μέλλον. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μία καλά προετοιμασμένη κυβερνο-επίθεση θα μπορούσε να παραλύσει ολόκληρο το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας οποιασδήποτε προηγμένης χώρας, να καταστρέψει κέντρα ελέγχου πτήσεων, να προκαλέσει μεγάλα βιομηχανικά ατυχήματα σε πυρηνικές ή χημικές εγκαταστάσεις, να καταστρέψει συστήματα επικοινωνίας της αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών και των ενόπλων δυνάμεων και να διαγράψει τρισεκατομμύρια δολάρια ή ευρώ χωρίς ίχνος. Ένα τοξικό όπλο στα χέρια τόσο κρατικών όσο και μη κρατικών φορέων.
Τέλος, όχι μόνο σχετικό με αυτό το συνέδριο, αλλά επίσης κρίσιμο στο πλαίσιο των σύγχρονων προκλήσεων διεθνούς ασφάλειας, είναι η θαλάσσια ασφάλεια. Αρκεί να υπογραμμίσω εδώ ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας είναι πολύ κρίσιμη, δεδομένου ότι το 90% του παγκόσμιου εμπορίου μεταφέρεται από πλοία. Στις μέρες μας, η τρομοκρατία, η πειρατεία και οι περιφερειακές συγκρούσεις θέτουν σοβαρές απειλές για την ελεύθερη και ασφαλή πρόσβαση στις θάλασσες. Τα πρόσφατα επεισόδια στα Στενά του Hormuz είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Επιπλέον, οι τεχνολογικές εξελίξεις επιτρέπουν τώρα την εμφάνιση νέων ευκαιριών που σχετίζονται με την εκμετάλλευση διαφόρων θαλάσσιων πόρων. Κατά συνέπεια, σήμερα η πλειοψηφία των κρατών επεκτείνουν ή επιθυμούν να επεκτείνουν την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη τους έως τα 200 ν.μ. και ο ανταγωνισμός για σπάνιους πόρους ήδη προκαλεί συγκρούσεις στη θάλασσα.
2. Εμπορικοί Πόλεμοι
Οι εμπορικοί πόλεμοι είναι ένας άλλος παράγοντας μεγάλης αβεβαιότητας. Οι εμπορικοί πόλεμοι δεν είναι νέοι στην ιστορία. Ιστορικά, κλιμακώθηκαν ακόμη και σε ανοιχτές συγκρούσεις μεταξύ κρατών, στον έλεγχο θαλασσών και εμπορικών οδών, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων στην εμπορική ναυτιλία. Αλλά η πρόσφατη ιστορία μας δεν έχει βιώσει έναν εμπορικό πόλεμο, όπου να εμπλέκονται πρώτες ύλες και διάφορα προϊόντα, αφενός, και οι μεγαλύτερες παγκόσμιες οικονομίες, αφετέρου.
Επιπλέον, οι προεκτάσεις θα μπορούσαν να είναι πολύ ευρύτερες από αυτές. Προς το παρόν, οι χώρες που επηρεάζονται από τους δασμούς των ΗΠΑ αντιδρούν αναλογικά και οι επιπτώσεις αυτού του πολέμου είναι σχετικά υπό έλεγχο. Παρ 'όλα αυτά, υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία ότι η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί. Το πιο ακραίο σενάριο είναι ότι, εάν ξεσπάσει ένας γενικός εμπορικός πόλεμος και οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείψουν τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, η επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου θα μπορούσε να επιδεινωθεί στο βαθμό που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει ακόμη και την αρχή του τέλους της παγκοσμιοποίησης.
Η εμπορική ολοκλήρωση, η οποία ξεκίνησε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έφτασε στο αποκορύφωμά της την περίοδο 1990-2008. Από τότε, το εμπόριο έχει επιβραδυνθεί, ενώ ο προστατευτισμός βαίνει αυξανόμενος. Ταυτόχρονα, η δημόσια στήριξη προς την παγκοσμιοποίηση έχει μειωθεί και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στην Ευρώπη, ο ευρωσκεπτικισμός αμφισβήτησε τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας και της οικονομικής ολοκλήρωσης και, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα πλεονεκτήματα του ελεύθερου εμπορίου αμφισβητούνται ανοιχτά.
Τούτου λεχθέντος, πρέπει να θυμόμαστε ότι το διεθνές εμπόριο έχει ωθήσει σθεναρά την οικονομική ανάπτυξη. Η απελευθέρωση του εμπορίου υπήρξε βασικός παράγοντας για την ώθηση της παγκόσμιας ευημερίας. Η εμπορική ολοκλήρωση έσπρωξε τόσο τις προηγμένες όσο και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες σε πρωτοφανή επίπεδα ανάπτυξης, κατά την περίοδο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και συχνά άνισα κατανεμημένα, τα οφέλη από το διεθνές εμπόριο τράβηξαν και εξακολουθούν να τραβούν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους από την ακραία φτώχεια, την πείνα και τις επιδημικές ασθένειες.
Τα ιστορικά παραδείγματα δείχνουν ότι οι κλιμακούμενες δασμολογικές συγκρούσεις δεν έχουν νικητές. Μακροπρόθεσμα, ένας εμπορικός πόλεμος υπονομεύει την οικονομική ανάπτυξη για όλες τις εμπλεκόμενες χώρες. Οι εμπορικοί πόλεμοι μειώνουν το διεθνές εμπόριο και προκαλούν παγκόσμια ύφεση. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρώπη, ειδικότερα, δεν μπορούν να αντέξουν έναν εμπορικό πόλεμο, καθώς και οι δύο οικονομίες επιβραδύνονται και η επίδραση ενός ακόμα πλήγματος μπορεί να είναι ισχυρή.
Σημαντικό, στο πλαίσιο αυτού του συνεδρίου, είναι το πώς οι εμπορικοί πόλεμοι μπορούν να επηρεάσουν τη ναυτιλία. Πώς η μείωση του παγκόσμιου εμπορίου θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την οικονομία στον ναυτιλιακό τομέα. Και πώς θα έπρεπε να ανακατευθυνθούν οι εμπορικές οδεύσεις και η ναυτιλιακή βιομηχανία.
Υπάρχει ακόμη και μια γεωπολιτική πτυχή. Οι δασμοί χρησιμοποιούνται ως μέσο για να επιβραδυνθεί η οικονομική άνοδος της Κίνας και να ελεγχθεί η αυξανόμενη δύναμη ενός γεωπολιτικού ανταγωνιστή. Αυτή η τριβή είναι, επίσης, συστημική. Αφορά ιδεολογίες και τον τρόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε μικρότερο βαθμό, ο ανταγωνισμός με την ΕΕ αντανακλά, επίσης, γεωπολιτικούς υπολογισμούς.
3. Μετανάστευση
Το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα διογκώνεται. Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι ήδη σε άνοδο και θα μπορούσαν να γίνουν μαζικές. Πρόκειται για ένα ζήτημα που στο μέλλον μόνο θα ενταθεί. Διότι, πέρα από τους πολέμους ή άλλες κρίσεις που το επιδεινώνουν περιστασιακά, οι μαζικές μετακινήσεις ανθρώπων, σε αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος, δεν θα σταματήσουν.
Πρόκειται για ένα πολύ περίπλοκο ζήτημα που πλήττει ευρύτερες περιοχές σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι μόνο ένα Ευρωπαϊκό πρόβλημα. Αντιμετωπίζεται, επίσης, στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον αναπτυγμένο κόσμο γενικότερα.
Οι Ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως στο Νότο, βιώνουν μια ολοένα αυξανόμενη εισροή προσφύγων, καθώς και μεταναστών. Καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο ζήτημα μόνη της. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει φανεί ικανή να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική πολιτική. Βεβαίως, υπάρχει μια ισχυρή ανθρωπιστική διάσταση σε αυτό το ζήτημα, όσον αφορά την υποστήριξη και την αλληλεγγύη που πρέπει να επιδείξουν οι κοινωνίες μας σε ανθρώπους που έχουν μεγάλη ανάγκη. Από την άλλη πλευρά, όλοι καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει ένα όριο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Ζητήματα κοινωνικής συνοχής, πολιτικής σταθερότητας, ακόμη και πολιτιστικής ταυτότητας, βρίσκονται ήδη επί τάπητος και πιθανότατα θα οξυνθούν περισσότερο, τα επόμενα χρόνια.
Οι πρωτοφανείς αριθμοί που φθάνουν ασκούν τεράστια πίεση στην ικανότητα των υφιστάμενων συστημάτων ασύλου να απορροφούν τόσο μεγάλους όγκους. Η παροχή τροφίμων, στέγης, υγειονομικής περίθαλψης και ασφάλειας σε αυτούς τους ανθρώπους ξεπερνούν τις δυνατότητες ορισμένων χωρών της ΕΕ, ιδίως της Ελλάδας και της Ιταλίας. Πρέπει να ληφθούν επειγόντως μέτρα, στο πνεύμα πιο ισόρροπης κατανομής βαρών, για τη μετεγκατάσταση των αιτούντων άσυλο που βρίσκονται ήδη στην Ευρώπη. Όμως δεν χρειάζονται προστασία όλοι όσοι έρχονται στην Ευρώπη. Πρέπει να μπορούμε να εντοπίσουμε καλύτερα τους παράνομους μετανάστες. Οι συμφωνίες επαναπατρισμού πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικότερα. Αυτό θα λειτουργήσει, επίσης, ως αντι-κίνητρο για τους παράνομους μετανάστες. Στόχος μας θα πρέπει να είναι η ελεγχόμενη μετανάστευση, στις περιπτώσεις όπου και όταν η μετανάστευση αντιμετωπίζει πραγματικές οικονομικές και εργασιακές ανάγκες, οδηγώντας έτσι τους ανθρώπους σε νόμιμες και ασφαλείς διαδρομές. Οι παράνομοι διακινητές πρέπει να διώκονται από το νόμο. Σχεδόν το 90% των προσφύγων και μεταναστών έχουν υπάρξει θύματα του οργανωμένου εγκλήματος και των διακινητών, στην προσπάθεια να περάσουν απέναντι. Επιπλέον, τα σύνορα πρέπει να ελέγχονται καλύτερα. Και χώρες σαν την Τουρκία θα πρέπει να υποχρεωθούν να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους.
Παρ 'όλα αυτά, όλα τα παραπάνω δεν λύνουν το πρόβλημα. Το αναβάλλουν, ίσως επί του παρόντος να το ανακουφίζουν, μπορεί ακόμη και να το αποσύρουν περιστασιακά από την κεντρική ειδησεογραφική προβολή. Αλλά στην πραγματικότητα, εκτός εάν αντιμετωπιστούν οι θεμελιώδεις αιτίες του φαινομένου, θα εξακολουθήσει να μας στοιχειώνει. Η φτώχεια, η στέρηση, οι πολιτικές αναταραχές, οι εθνοτικοί, εμφύλιοι και φυλετικοί πόλεμοι είναι οι βαθύτερες ρίζες του προβλήματος. Για όσο εκατομμύρια άνθρωποι επιλέγουν να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους και τη ζωή των δικών τους ανθρώπων, σε απεγνωσμένη αναζήτηση καλύτερου μέλλοντος, δεν υπάρχει μακροπρόθεσμη λύση. Είναι αυτονόητο ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος είναι μια πρόκληση πρωτόγνωρων διαστάσεων ως προς την επένδυση που πρέπει να γίνει και την οικονομική βοήθεια, τον συντονισμό και την ηγεσία.
4. Κλιματική Αλλαγή
Ανεξάρτητα από την κλιματική αλλαγή και τις επιστημονικές αναλύσεις που την αφορούν, οι φυσικές καταστροφές γίνονται όλο και πιο συχνές. Ακόμη και αν, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, η υπερθέρμανση του πλανήτη οφείλεται περισσότερο σε περιοδικές κλιματικές αλλαγές, όπως αυτές που έχουν καταγραφεί σε ιστορική μεγακλίμακα, και λιγότερο στην ανθρώπινη συμπεριφορά, το ζήτημα παραμένει και είναι οξύ. Όπως προβλέπεται, μία αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς Κελσίου μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική σε όλο τον κόσμο, μια απειλή σχεδόν υπαρξιακών διαστάσεων.
Το ιστορικό της αντίδρασής μας σε αυτήν την παγκόσμια απειλή δεν έχει υπάρξει ιδιαίτερα υποσχόμενο. Πολλές διεθνείς διασκέψεις έχουν λάβει χώρα από το 1992, αλλά, παρά τις εύγλωττες διακηρύξεις, οι επιδόσεις σε πραγματικούς όρους είναι φτωχές. Η Συμφωνία των Παρισίων, τον Δεκέμβριο 2015, και πιο πρόσφατα η παρότρυνση των Ηνωμένων Εθνών, τον Σεπτέμβριο 2019, θέτει πιο φιλόδοξους στόχους, αλλά παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο, εάν θα οδηγήσει σε απτή πρόοδο. Η απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμφωνία ρίχνει σκιά στις συνολικές προοπτικές της προσπάθειας.
Το ερώτημα είναι, ταυτόχρονα, βαθιά πολιτικό και γεωπολιτικό. Η συνειδητοποίηση του προβλήματος δεν έχει αλλάξει σημαντικά τη συμπεριφορά μας. Η ανθρωπότητα δεν έχει στην πράξη δείξει την προθυμία να αναλάβει το σοβαρό κόστος που εμπλέκεται. Οι κυβερνήσεις είναι, συνήθως, πιο επιρρεπείς να ωθούν τα απαραίτητα μέτρα προς το μέλλον. Και, όπως ο Yuval Noah Harari το έθεσε στο best seller του "Homo Deus" του 2016: "Ένα δισεκατομμύριο Κινέζοι και ένα δισεκατομμύριο Ινδοί φιλοδοξούν να ζήσουν ως μεσοαστοί Αμερικανοί και δεν βλέπουν το λόγο να βάλουν στο ράφι το όνειρό τους βλέποντας τους Αμερικανούς απρόθυμους να εγκαταλείψουν τα τζιπ και τα εμπορικά κέντρα τους".
Είναι αλήθεια ότι οι προτεινόμενες λύσεις επηρεάζουν άμεσα τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα και είναι δύσκολο να δικαιολογηθoύν δύσκολες πολιτικές αποφάσεις με αφηρημένες μακροπρόθεσμες προκλήσεις. Πολλά θα εξαρτηθούν από τον ακριβέστερο προσδιορισμό του τρόπου συμβιβασμού της στρατηγικής για το κλίμα με την αποφυγή ακούσιων συνεπειών στην οικονομική ανάπτυξη. Πρέπει να επιδείξουμε στην πράξη ότι η ενεργειακή μετάβαση είναι δυνατή, παράλληλα με την ανάπτυξη της οικονομίας και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
Οι τεχνολογικές καινοτομίες γεννούν αισιοδοξία για τη μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Αλλά, χωρίς σημαντικές προόδους στην τεχνολογία καθαρής ενέργειας, θα υπάρχει πάντα ένα χάσμα ανάμεσα στην τροφοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης και τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων. Όσο αυτή η διάσταση παραμένει, θα είναι δύσκολο για τις χώρες να αναλάβουν τολμηρές δεσμεύσεις για το κλίμα.
Επιτρέψτε μου, επίσης, να πω μια-δυο λέξεις όσον αφορά τις θαλάσσιες μεταφορές. Ο ΙΜΟ έχει θέσει αρκετά φιλόδοξους στόχους για το 2030 και πέρα. Για να επιτευχθούν, θα είναι απαραίτητο να βελτιώσουμε την ποιότητα των καυσίμων που παράγουν τα διυλιστήρια, να περιορίσουμε τη χρήση ιπποδύναμης με αποτέλεσμα να μειώσουμε τις ταχύτητες και να εντατικοποιήσουμε την έρευνα, προκειμένου να βρούμε στο εγγύς μέλλον φιλικότερα προς το περιβάλλον εναλλακτικά καύσιμα.
5. Κοινωνικές Ανισότητες
Όλοι μας γνωρίζουμε καλά τον κεντρικό ρόλο που έχουν διαδραματίσει οι κοινωνικές ανισότητες στην ιστορία, και στα δύο επίπεδα, το διεθνές και το εγχώριο. Όσον αφορά το πρώτο, πολλές συγκρούσεις και εντάσεις μπορούν να αποδοθούν σε αυτές. Στις μέρες μας, τα ογκώδη μεταναστευτικά κύματα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των υπερβολικών διαφορών στα επίπεδα διαβίωσης μεταξύ χωρών ή περιοχών του κόσμου. Στο εγχώριο επίπεδο, οι κοινωνικές ανισότητες έχουν συχνά προκαλέσει συγκρούσεις, πολιτικές αναταραχές και, περιστασιακά, επαναστάσεις που είχαν σεισμικές συνέπειες. Το γεγονός ότι, με τον καιρό, όλο και περισσότερος πλούτος συσσωρεύεται στα χέρια λιγότερων ατόμων και το χάσμα μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων διαρκώς διευρύνεται είναι ανησυχητικό, όσον αφορά ζητήματα κοινωνικής συνοχής, πολιτικής σταθερότητας και της ποιότητας των δημοκρατιών μας. Σύμφωνα με την OXFAM, οι 62 πλουσιότεροι άνθρωποι έχουν τόσο πλούτο όσο ο μισός κόσμος!
Αυτό που κάνει, ωστόσο, τις κοινωνικές ανισότητες μια μεγάλη και πιεστική παγκόσμια πρόκληση της εποχής μας είναι η προοπτική ότι, εξαιτίας των οικονομικών εξελίξεων και των τεχνολογικών ανακαλύψεων, μπορεί να κλιμακωθούν δραματικά. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα ποιο ποσοστό του πληθυσμού θα έχει τις δεξιότητες για να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία παραγωγής, τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και την επαγγελματική κινητικότητα στο εγγύς μέλλον. Εάν ήδη αυξανόμενα τμήματα των κοινωνιών μας αισθάνονται ότι αφήνονται πίσω, ως outsiders της αναδυόμενης οικονομικής πραγματικότητας, είναι εύκολο να φανταστούμε πώς αυτή η τάση μπορεί να λάβει κρίσιμες διαστάσεις.
Επιπλέον, τι θα φέρει το μέλλον για όλους εκείνους, μεταξύ των οποίων ακόμη και γιατροί και δικηγόροι, πόσω μάλλον οδηγοί, δάσκαλοι, εργατοτεχνίτες γραμμών παραγωγής και άλλοι, τα επαγγέλματα των οποίων θα υποκατασταθούν από νέας γενιάς υπολογιστές ή ρομπότ;
Ακόμη πιο σημαντικό. Πόσοι μπορεί να έχουν το προνόμιο να απολαμβάνουν προηγμένη ιατρική περίθαλψη; Η ιατρική κάνει δραματική πρόοδο, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, θανατηφόρες ασθένειες βρίσκονται σε διαδικασία θεραπείας. Αλλά το κόστος όλων αυτών των καινοτομιών είναι τεράστιο, ένας εφιάλτης για τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Ποιο ποσοστό κάθε κοινωνίας θα έχει πρόσβαση σε αυτά και πώς θα αντιδράσουν αυτοί που θα μείνουν απέξω;
Μια τελική παρατήρηση σε αυτό το κεφάλαιο. Δεν είναι πρωτίστως η στέρηση ή η φτώχεια που προκαλούν αγανάκτηση, αναταραχή και, τελικά, εξέγερση. Είναι η σύγκριση με τους πιο προνομιούχους. Και ακόμη περισσότερο, είναι το άγχος για το μέλλον. Τα Κίτρινα Γιλέκα εξεγέρθησαν στη Γαλλία και υποχρέωσαν την κυβέρνηση σε έναν αμήχανο συμβιβασμό, όχι επειδή λιμοκτονούσαν, αλλά επειδή βλέπουν τους εαυτούς τους στο περιθώριο της νέας οικονομίας και ανησυχούν για το μέλλον τους και το μέλλον των παιδιών τους.
6. Τι είδους δημοκρατία;
Αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα εργαλεία του παρελθόντος. Είναι καινούργιο. Είναι απρόβλεπτο. Δημιουργεί νέες προκλήσεις για όλους μας. Ο αντίκτυπος αυτών των αλλαγών στις ζωές των ανθρώπων είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, συντριπτικός. Ως εκ τούτου, προκαλεί άγχος. Οδηγεί σε απογοήτευση και δυσπιστία απέναντι στα πολιτικούς θεσμούς.
Αυτή η αστάθεια και η σύγχυση αντανακλάται στον κατακερματισμό του πολιτικού συστήματος. Το δικομματικό σύστημα, το οποίο επικράτησε στο παρελθόν σε όλα σχεδόν τα Ευρωπαϊκά κράτη, ήταν το προϊόν ενός πιο οριοθετημένου προσανατολισμού του εκλογικού σώματος, εξαιτίας της ρεαλιστικής προσδοκίας μιας σταθερής βελτίωσης του βιωτικού επιπέδου. Σήμερα, νέοι πολιτικοί σχηματισμοί έχουν επισκιάσει ή σχεδόν αντικαταστήσει πλήρως τα παραδοσιακά, παλιά κόμματα. Μια ακόμα πιο εύγλωττη αντανάκλαση της τρέχουσας αστάθειας και του προβληματισμού είναι η αναζωπύρωση των αποσχιστικών κινημάτων. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περίπου δεκαετίας, είμαστε μάρτυρες μιας γενικότερης ενδυνάμωσης ριζοσπαστικών, ακόμη και εξτρεμιστικών, φωνών εις βάρος πιο μετριοπαθών και πιο λογικών εκφράσεων. Αυτό τρέφει τον λαϊκισμό. Γιατί ο λαϊκισμός τρέφεται από την δυσπιστία και την απογοήτευση. Ο λαϊκισμός προσποιείται ότι προσφέρει απλοϊκές λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα, αλλά αυτό συνήθως καταλήγει σε βαρύ κόστος μακροπρόθεσμα.
Ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και το ζήτημα της ακριβούς και αμερόληπτης πληροφόρησης είναι επίσης καθοριστικής σημασίας. Πληροφορίες που θα επιτρέπουν την ελεύθερη επιλογή. Όταν οι πληροφορίες εξυπηρετούν κατεστημένα συμφέροντα, διακυβεύεται η ελεύθερη επιλογή. Κατ’ επέκταση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσθέτουν στην σύγχυση των ημερών μας. Μπορεί, αφενός, να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή και να επισύρουν την προσοχή σε συγκεκριμένες ανησυχίες της κοινωνίας, αλλά, από την άλλη πλευρά, fake news που διαδίδονται μέσω αυτού του καναλιού και ο επακόλουθος αποπροσανατολισμός και η παραπληροφόρηση που προκαλούνται είναι ένα κρίσιμο ζήτημα.
Με άλλα λόγια, η απογοήτευση και η ανησυχία, ο λαϊκισμός και η ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής, οι αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες ρίχνουν βαριά σκιά στην ομαλή λειτουργία των δημοκρατιών μας.
Είναι επείγον να επανεξετασθούν οι προοπτικές, να αρχίσουμε να δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στις ανάγκες των συμπολιτών μας, να μιλάμε ειλικρινά και να θέτουμε τις προτεραιότητές μας. Οι παγκόσμιες προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας μπορούν να μας δοκιμάσουν όλους. Έχουν τουλάχιστον ένα κοινό σημείο. Καμία χώρα, καμία κυβέρνηση, πόσω μάλλον πολιτικό κόμμα, δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει μόνη της. Είναι ώρα να καθίσουμε όλοι μαζί και να εστιάσουμε στα πραγματικά ζητήματα, να μάθουμε να συζητάμε και πάνω απ 'όλα να συνεργαζόμαστε.
Λέγεται ότι βρισκόμαστε μπροστά στο λυκόφως των ηγεσιών. Είναι αλήθεια ότι, σε σύγκριση με τις θρυλικές προσωπικότητες του παρελθόντος, ακόμη και του σχετικά κοντινού παρελθόντος, οι σύγχρονοι ηγέτες φαίνονται να υπολείπονται. Η περιπλοκότητα των προβλημάτων και η υπερβολική έκθεση στα Μέσα επίσης δεν βοηθούν. Ωστόσο, οι απαιτητικοί καιροί απαιτούν διορατικότητα, αποφασιστικότητα, σεβασμό προς τους ανθρώπους και βλέμμα στραμμένο στο μακροπρόθεσμο. Οι προαναφερθείσες παγκόσμιες προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας μπορεί να είναι, όπως πολλές φορές στο παρελθόν, το λίπασμα για υψηλής ποιότητας ηγεσία.
Όπως το έθεσε ένας διαπρεπής πολιτικός και μακρόβιος Βρετανός Πρωθυπουργός: «Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να είναι μικρή. Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται ποτέ τόσο όσο όταν αισθάνεται βαθειά, ενεργεί με τόλμη και εκφράζεται με ειλικρίνεια και με θέρμη». Αυτός ο πολιτικός ήταν ο Βενιαμίν Ντιζραέλι. Ας έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τους ομοίους του στα χρόνια που έρχονται.

ΒΙΝΤΕΟ ΒΟΜΒΑ : Π. Ρουμελιώτης για την απόπειρα δολοφονίας του Κώστα Καραμανλή

            ΒΟΜΒΑ: Ο κ. Παναγιώτης Ρουμελιώτης, πρώην Υπουργός, Καθηγητής Πανεπιστημίου, Οικονομολόγος και στενός συνεργάτης   του Ανδρέα Πα...