Τρίτη 12 Ιουλίου 2022

Ολόκληρη η ομιλία του π. πρωθυπουργού, κ. Κ. Καραμανλή για τον Σταύρο Ξαρχάκο και το βίντεο της απονομής τιμητικής διάκρισης

 

Μια ομιλία, που πραγματικά υπενθυμίζει την Ελλάδα, που αγαπήσαμε, καμαρώσαμε και ονειρευόμαστε να αναγεννηθεί ακόμη πιο πανώρια και υπερήφανη... Ήχοι, εικόνες συνυφασμένες έννοιες με την Πατρίδα, Ορθοδοξία, Βυζάντιο, Αιγαίο, ήθος και ηθική, ταυτότητα, ελπίδα, αναδύονται από τις λέξεις μιας ακόμη ιστορικής ομιλίας του π. πρωθυπουργού και αναδεικνύουν, άθελά του και λόγω της αυθεντικότητάς του, μαζί με το τιμώμενο πρόσωπο, και την δική του μοναδικότητα...
Νυν και εσαεί...

Πριν από λίγες μόλις μέρες είδαμε όλοι ένα ολιγόλεπτο βίντεο που έγινε viral στο διαδίκτυο.

 Ο Σταύρος Ξαρχάκος νουθετεί, συμβουλεύει, διορθώνει μια μουσική παρέα νέων στη Σύρο. Στις εικόνες αυτές αποτυπώνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο η προσωπικότητα του Ξαρχάκου.

Παθιασμένος, αθεράπευτα ερωτευμένος, ενθουσιώδης, με την μουσική και όχι μόνο. Γιατί το ίδιο ενθουσιώδης είναι με τους νέους, αυτός ο πάντα νέος, με την Ελλάδα, τις παραδόσεις και τις ρίζες μας, με το Αιγαίο. Γράφει στον Νίκο Γκάτσο σε ανέκδοτη επιστολή του το 1986 από τη Νέα Υόρκη: « … Από τότε που γεννήθηκα, όπου και να κατοικούσα, πάντα υπήρχε δίπλα ένα σχολείο. Ο ήχος γνώριμος και αναρωτιέμαι τι θα γινόμουν χωρίς αυτόν».

 Και παρακάτω συνεχίζει: «Ευτυχώς, στο τέλος υπάρχει πάντα το Αιγαίο. Αυτό το Αιγαίο της Παναγίας, το βαθύ και το γαλάζιο, με τα πανηγύρια και την ασετιλίνη, οι ψαράδες να ματσακωνίζουν τα καΐκια. Μυρίζω μίνιο και πίσσα».



Γεννήθηκε με θείο χάρισμα ο Ξαρχάκος. Αλλά δεν επαναπαύθηκε. Δούλεψε σκληρά, εδώ και στο εξωτερικό, δίπλα σε μεγάλους δασκάλους, για να φτάσει να γίνει ένας μεγάλος δημιουργός. Θείο χάρισμα δεν εννοώ μόνο το μεγάλο ταλέντο του, την πηγαία ικανότητα να γεννάει μουσική, δύσκολη μουσική, σύνθετη μουσική.

Εννοώ συνολικά τη φύση του. Ευλογημένη φύση. Ανήσυχη, γόνιμη, δημιουργική. Πλασμένη για τα μεγάλα και τα δύσκολα. Γιατί η σπάνια μουσική του δεινότητα, από μόνη της δεν θα επαρκούσε για να ολοκληρωθεί η ευρύτερη εικόνα του Ξαρχάκου.

Δωρικός, σεμνός, φειδωλός στα λόγια. Μιλάει με το έργο του και το έργο του μιλάει γι αυτόν.

Με αγάπη και ζεστασιά για τους ανθρώπους, κυρίως μάλιστα τους λιγότερο ευνοημένους. Αυτούς που τόσο εκφραστικά περιγράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος με τους ανεπανάληπτους στίχους: «άπονη ζωή μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, μας αδίκησες».

Με σεβασμό και ενσυναίσθηση της κληρονομιάς μας. Λέει ο ίδιος όταν αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών: « Η Ελλάδα μάνα του καημού …. Γιατί στην ιστορία και στην παράδοση κουμπώνει η ψυχή μας. Η ολική επίθεση φωτονίων στον τόπο μας η θάλασσα και η μουσική φέρνουν ελπίδα. Χρέος μας είναι αυτή την ελπίδα να την κάνουμε πράξη για να ξαναβρεθούμε στην πλευρά της Ελλάδας του πολιτισμού και όχι στην Ελλάδα που πνίγει τα παιδιά της.

Προηγουμένως σας ανέφερα την ολική επίθεση φωτονίων. Προφανώς εννοούσα το Αττικό φως».
Με την Ελλάδα να είναι πάντα ο καημός και η έμπνευση του. Με βαθιά, ανυπόκριτη αγάπη και έγνοια για την πατρίδα. Ζει την αιθρία της ελληνικότητας, πονάει και πληγώνεται όμως για τις απογοητεύσεις που η πατρίδα συχνά επιφυλάσσει στα παιδιά της.

Αφού στηλιτεύσει το πνευματικό έλλειμμα της εποχής μας, την ψευτοηθικίζουσα Δύση και την υποβάθμιση της αισθητικής, τονίζει στην ίδια ομιλία: «το θείο δαιμόνιο της ανθρωπότητας οφείλει να ξεπεράσει όλα αυτά εφ όσον κινητοποιήσει τις πνευματικές, ηθικές δυνάμεις και αξίες που τρέφονται από εκείνες τις άχρονες και άχραντες πηγές. Ο δρόμος της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας προς μια άλλη πορεία περνάει από το τραχύ μονοπάτι του μουσικού εκφυλισμού αλλοτριώνοντας και αλώνοντάς μας. Δεν στέρεψαν οι μουσικοί δημιουργοί. Η Ελλάδα μας στέρεψε από το λάλον ύδωρ της Κασταλίας πηγής, το ύδωρ το αλλόμενον της Ορθοδοξίας, της ζωντανής ψυχής του μαχόμενου δημιουργικά πολιτισμού μας».



Δεν είναι λοιπόν μόνο το θείο χάρισμα που έχει ο δημιουργός. Είναι το σύνολο των αντιλήψεών του, η αυθεντική του σχέση με τον ελληνισμό και τις ρίζες του, η αμεσότητα με την οποία αντικρύζει και εκφράζει την γνήσια λαϊκή παράδοση, το ατίθασο και ασυμβίβαστο της βαθύτερης ψυχής του που οδηγούν στο παραγόμενο αποτέλεσμα.

Ακούγοντας την μουσική που έγραψε για το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, το «Τσιτσάνη διάλογοι» όπου οι μελωδίες του Τσιτσάνη συναντούν τον Χατζιδάκη και τον Παπαϊώαννου αλλά και τον Smetana, τον Bach, τον Mahler, τον Beethoven, τον Chopin και τον Mozart, την «Ωδή – Πορείας Εγκώμιον» όπου ενώνει όλη την ιστορία της χώρας μας μέσα από τους διαφορετικούς ήχους της Κρήτης, της Κύπρου, της Θράκης, του Πόντου και του Αιγαίου και το «Βαμβακάρης κατά Ξαρχάκο» ένα συγκλονιστικό ταξίδι στον μουσικό κόσμο του Μάρκου Βαμβακάρη, νιώθεις έκσταση και ψυχική ανάταση.

Γιατί ακόμα και ο μουσικά αδαής γίνεται μάρτυρας μιας ανεπανάληπτης μυσταγωγίας. Μυσταγωγία που προκαλείται από ένα εκρηκτικό, συνάμα όμως απόλυτα αρμονικό μείγμα ήχων και χρωματισμών. Μαγευτικό σημείο συνάντησης διαφορετικών μουσικών εκδοχών, εκεί που τα βυζαντινά – εκκλησιαστικά ακούσματα μετεξελίσσονται σε δημοτική και λαϊκή μουσική και παντρεύονται αρμονικά με τις δημιουργίες των μεγάλων κλασσικών.



Με άλλα λόγια ένα κράμα άρτια και ρωμαλέα διατυπωμένο που μεταλλάσσεται σε μεθυστική και παθιασμένη μουσική πανδαισία, όπου μελωδίες, ξεχωριστής η κάθε μία προέλευσης, γεννούν ένα απίστευτο μουσικό σύνολο. Σύνολο όμως που οι διάφορες εκδοχές έχουν ως πυρήνα την ελληνική μουσική παράδοση και στροβιλίζονται αρμονικά γύρω από αυτόν. Αυτό το δυσχερέστατο τόλμημα το αποτολμά ο Σταύρος Ξαρχάκος. Και το γεγονός ότι το υφαίνει με τέτοια επιτυχία τον καθιστά, χωρίς την παραμικρή διάθεση υπερβολής ή φιλοφρόνησης, μεγάλο δημιουργό.

Κυρίες και Κύριοι

Πιστεύω, και το πιστεύω βαθιά, ότι τίποτα σπουδαίο δεν γίνεται, αν υπακούει και συμβιβάζεται με τις επιταγές του συρμού, του καθωσπρεπισμού, της επιτήδευσης και της εφήμερης εμπορικότητας.

 Όλοι μας έχουμε τραγουδήσει και στίχους που τους έχουμε ξεχάσει την επόμενη μέρα.

 Αυτό που κάνει ένα έργο σπουδαίο, που αντέχει στον χρόνο, που όσες φορές κι αν το έχουμε ακούσει, λαχταρούμε να το ακούσουμε και πάλι είναι η αυθεντικότητά του. Ακόμα και οι μουσικά απαίδευτοι ενστικτωδώς καταλαβαίνουν τη διαφορά.

Το γνήσιο, το ανόθευτο, το πηγαίο μας συνεπαίρνει. Ακόμα περισσότερο επειδή είναι σπάνιο. Και είναι σπάνιο γιατί προϋποθέτει, εκτός από ταλέντο, γνώση και κόπο, κάτι μοναδικό.

Προυποθέτει ταυτότητα.

Ταυτότητα καθαρή και ασυμβίβαστη.

 Που αψηφά τα κελεύσματα της μόδας και των ψευδοστερεότυπων.

 Ταυτότητα που ξέρει από πού έρχεται, πού θέλει να πάει, τί θέλει να μεταδώσει στους συνανθρώπους της.

Ταυτότητα όμως σημαίνει αρχές, αξίες, επίγνωση του εαυτού σου, αίσθηση αποστολής.

Είναι αυτή η ταυτότητα που ξεχωρίζει τους μεγάλους από τους άλλους. Είναι αυτή η ταυτότητα που ξεχωρίζει τον Σταύρο Ξαρχάκο. Είναι αυτή η ταυτότητα που τον κάνει μεγάλο Έλληνα.

Αυτή η ταυτότητα που του δίνει τη δυνατότητα, να αναβλύζει από μέσα του αβίαστα σαν τρεχούμενο νερό, το μουσικό του δαιμόνιο αγκαλιασμένο σφιχτά με την εθνική και λαϊκή μας διαδρομή.

Είναι αυτή η ταυτότητα που κάνει ταυτόχρονα τον Ξαρχάκο έναν ενεργό πολίτη, με ευαισθησίες, ενδιαφέρον και αγωνία για τα κοινά.

Ένα πολιτικό ον με την ευρεία και υψηλή έννοια του όρου. Το 1973 γράφει την μουσική για το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με πρωταγωνιστές την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο και κύριο ερμηνευτή τον αλησμόνητο Νίκο Ξυλούρη, ένα μνημειώδες έργο, σύμβολο του αγώνα κατά του δικτατορικού καθεστώτος.

Αργότερα, ως ευρωβουλευτής, πάντα ενεργός στην υπηρεσία των εθνικών μας θεμάτων και των θεμάτων πολιτισμού και παιδείας. Γιατί γνωρίζει καλά ότι πολιτισμός και παιδεία είναι τα ασύγκριτα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Ελληνισμού στο διεθνές στερέωμα. Αρχές του 1990 παραιτείται αιφνιδιαστικά από εκλεγμένος βουλευτής, απογοητευμένος από το πολιτικό σύστημα.

Ξεχωρίζω από την επιστολή παραίτησής του ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: « Μπορούν να πουν ότι είμαι ένας αιθεροβάμων καλλιτέχνης, απροσάρμοστος στα κόλπα και στους σκοτεινούς ρεαλισμούς της πολιτικής πράξης. Και εγώ θα απαντήσω. Ναι είμαι. Γιατί μόνο οι αιθεροβάμονες και απροσάρμοστοι καλλιτέχνες μπορεί να βοηθήσουν την πολιτική και κοινωνική δημοκρατία να περιορισθεί από την καταστροφή και την αυτοκτονία της».



Κυρίες και Κύριοι

Έλεγε για τον Ξαρχάκο ο μεγάλος Μάνος Χατζηδάκης τον Νοέμβριο του 1992. : «Τον ξεχώρισα από τη στιγμή που πρωτοφάνηκε κι εξακολουθώ να τον ξεχωρίζω σ΄ ό,τι κι αν κάνει. Ελπίζω να μείνει απερίσπαστος και να εξακολουθήσει τη μουσική του παρουσία στο τραγούδι. Γιατί το τραγούδι είναι ακριβό και οι άξιοι οφείλουν να το υπηρετούν μέχρι το τέλος».

Μην ανησυχείς Μάνο, ο Σταύρος είναι πάντα εδώ, κάθε χρόνο και καλύτερος, πιο δημιουργικός, πιο γόνιμος, να προσφέρει ποιότητα και γνησιότητα στον πολιτισμό μας, στην ζωή μας, στη χώρα μας.

Πριν από αρκετές δεκαετίες, ο μικρός Σταύρος άκουγε ρεμπέτικα και λαϊκά σε μια ταβέρνα, κοντά στο σπίτι του στα Εξάρχεια από τρεις πλανόδιους μουσικούς.

Από τη γιαγιά του άκουγε καντάδες και επτανησιακά τραγούδια. Τις Κυριακές, στη Ζωοδόχο Πηγή έψελνε ντυμένος παπαδάκι. Με αυτά τα βιώματα, σκληρή δουλειά, τελειομανία, απαράμιλλο ταλέντο και βαθιά παιδεία ο μικρός Σταύρος έγινε ο μεγάλος Ξαρχάκος. Μεγάλος αλλά πάντα νέος στην ψυχή και όχι μόνο. Αρκεί να τον δείτε να διευθύνει την ορχήστρα του!


Σταύρο Ξαρχάκο σε ευγνωμονούμε για όσα μας προσέφερες, για όσα μας προσφέρεις και για όσα θα μας προσφέρεις ακόμα. Στον ζοφερό ορίζοντα της εποχής μας με τις παγκόσμιες προκλήσεις του πολέμου, της κλιματικής αλλαγής, των κοινωνικών ανισοτήτων, έχουμε όλοι περισσότερο ανάγκη από ποτέ, να ακούσουμε «κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός.

Σταύρος Ξαρχάκος: ΝΥΝ και ΕΣΑΕΙ».





Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

1/06/2022 Κώστας Καραμανλής: « Ελλάδα και Ευρώπη στη δίνη μεγάλων αλλαγών»

 




Διανύουμε μέρες που μας γυρίζουν πίσω σε ένα σκοτεινό παρελθόν. Ένα παρελθόν που ήταν κοινή πεποίθηση πως είχαμε αφήσει πίσω μας. Ένα παρελθόν που η δική μας γενιά δεν έζησε και που ελπίζαμε ότι δεν θα ζήσουν τα παιδιά μας.

Προφανώς και δεν ήταν ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος. Οξείες διαφορές, γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, σφαίρες επιρροής ήταν γνώριμα φαινόμενα. Ακόμα και συγκρούσεις. Οι ανώφελοι και αδιέξοδοι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, η δήθεν Αραβική Άνοιξη και λίγο νωρίτερα οι εμφύλιοι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία το αποδεικνύουν.



Όμως πόλεμος ευρείας κλίμακας σε ευρωπαϊκό έδαφος, δίπλα στην καρδιά της Ευρώπης, θα έπρεπε να είναι αδιανόητος στον 21ο αιώνα. Ειδικά στην Ευρώπη που έχει μακρά και πολύ οδυνηρή εμπειρία πολέμων. Και όμως το αδιανόητο συμβαίνει.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι πράξη παράνομη, απαράδεκτη και καταδικαστέα. Όχι μόνο διότι προσβάλλει βάναυσα κάθε κανόνα Διεθνούς Δικαίου. Αλλά και διότι καμμιά επιχειρηματολογία, βάσιμη ή όχι, δεν δικαιολογεί την προσφυγή στην βία, τις καταστροφές και την αιματοχυσία, ιδίως μάλιστα εις βάρος αμάχων και αθώων.

Πέρα όμως από την απερίφραστη καταδίκη της εισβολής και την ηθικά και ανθρωπιστικά επιβεβλημένη συμπαράσταση στον δοκιμαζόμενο Ουκρανικό λαό, είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε τις συνέπειες και τους κινδύνους που εγκυμονεί ο πόλεμος και προπαντός η παράτασή του.

Πρώτον , είναι ενδεχόμενο να επεκταθεί ο πόλεμος και πέραν του ουκρανικού εδάφους. Είτε στην ευρύτερη γειτνιάζουσα περιοχή ή και αλλού. Ηθελημένα ή εκ λάθους, από εσφαλμένο υπολογισμό ή προβοκάτσια. Δεν λείπουν ανά τον κόσμο εκείνοι, είτε κρατικές είτε μη κρατικές οντότητες που δρουν αυτόνομα από Κυβερνήσεις, όπως αντάρτες, τρομοκράτες, μισθοφόροι, εκμεταλλευόμενοι την ένταση και την αναταραχή, να επιδιώξουν να καρπωθούν οφέλη, εδαφικά, πολιτικά ή άλλα. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε την γενίκευση του πολέμου με ανεξέλεγκτες πια διαστάσεις, ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και δεν χρειάζεται καν αναφορά στο τι θα σήμαινε η πιθανότητα χρήσης πυρηνικών όπλων.

Δεύτερον, ο νέος ψυχρός πόλεμος δεν θα είναι αναβίωση του παλαιού. Θα είναι πολύ χειρότερος και πολύ πιο απρόβλεπτος. Από την μία γιατί στον προηγούμενο Ψυχρό Πόλεμο υπήρχε μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή με την σιωπηρή έστω παραδοχή ότι καμιά πλευρά δεν παραβίαζε τα εσκαμμένα της άλλης. Και από την άλλη διότι ο διπολικός κόσμος που προέκυψε μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά τις τριβές και τις κορυφώσεις του, ενείχε το στοιχείο της σταθερότητας που ελλείπει παντελώς από τον σημερινό πολυπαραγοντικό κόσμο. Με άλλα λόγια οι εντάσεις και οι συγκρούσεις σήμερα θα εξελίσσονται σε ένα πολύ πιο αβέβαιο και ασταθές περιβάλλον.

Τρίτον, μια παρατεταμένη σύγκρουση ενέχει το ρίσκο η αντιπαράθεση Δύσης – Ρωσίας να πάρει παγκόσμιες διαστάσεις εξελισσόμενη σε αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και ενός ευρέος αντιδυτικού μετώπου. Χώρες δηλαδή που για τους δικούς τους λόγους θεωρούν ότι το μεταψυχροπολεμικό διεθνές σύστημα, πολιτικό, οικονομικό, νομισματικό διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις προτεραιότητες της Δύσης και εν πολλοίς ελέγχεται από αυτήν, σε βάρος των δικών τους συμφερόντων, να επιλέξουν την σύμπηξη ενός μετώπου που αμφισβητεί, αντιστρατεύεται ή και υπονομεύει την λειτουργία του συστήματος αυτού. Μια τέτοια σύγκλιση μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, Ινδίας αλλά και άλλων μεσαίων ή ανερχόμενων στο διεθνές στερέωμα παραγόντων θα συνιστούσε τεράστια πρόκληση για την Δύση και θα προμήνυε τεκτονικές αλλαγές στους σήμερα ισχύοντες κανόνες του παιχνιδιού με απροσδιόριστες τις συνέπειες και την τελική έκβαση μιας τέτοιας αντιπαράθεσης.

Τέταρτον, η παράταση του πολέμου καθιστά σχεδόν αδύνατη την αποτελεσματική αντιμετώπιση προβλημάτων που χρήζουν επείγουσας συνεννόησης και συνεργασίας. Πρωτίστως της κλιματικής αλλαγής. Οι ειδικοί έχουν σημάνει συναγερμό, τα σημάδια είναι εδώ και επιδεινώνονται, έχει χαθεί πολύς και πολύτιμος χρόνος. Ένα ούτως ή αλλιώς δύσκολο αλλά υπεραναγκαίο στοίχημα για την ανθρωπότητα κινδυνεύει να χαθεί οριστικά με ανυπολόγιστες συνέπειες, αφού η επιβεβλημένη συμφωνία και τήρηση των συμφωνηθέντων προϋποθέτει κυρίως την ουσιαστική συμβολή των μεγάλων πρωταγωνιστών που είναι όμως και οι βασικοί υπεύθυνοι για την ρύπανση του πλανήτη.

Τέλος, οι επιπτώσεις στον οικονομικό τομέα είναι ζοφερές και οι προβλέψεις σε περίπτωση μακράς διάρκειας του πολέμου χειρότερες. Παρέλκει η λεπτομερής τους απαρίθμηση. Το σοκ όμως στον ενεργειακό τομέα, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στις τιμές, στην παραγωγή και το εμπόριο προμηνύουν δύσκολες μέρες. Στην χειρότερη εκδοχή, επισιτιστική κρίση σε περιοχές του πλανήτη, πολιτική αστάθεια και αυξημένες μεταναστευτικές ροές. Και πάντως για την Ευρώπη στασιμότητα, πληθωρισμό, πιθανώς ανεπάρκεια αγαθών, συνεπώς και διογκούμενη δυσαρέσκεια και αντίδραση.





Για το ενεργειακό

 

Στο ενεργειακό αρκεί η υπόμνηση ότι η προσπάθεια απεξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες της Ρωσίας θα είναι μακροπρόθεσμη και πολύ πιο ακριβή, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις κοινωνίες που πλήττονται, προφανώς κυρίως τις Ευρωπαϊκές.

Και στο επισιτιστικό τι μπορεί να συμβεί σε μια χώρα, όπως για παράδειγμα η Αίγυπτος, που εισάγει το 90% περίπου του σίτου που χρειάζεται από την Ουκρανία, σε κοινωνικοοικονομικό και κατά συνέπεια σε πολιτικό επίπεδο;

Και, κατ΄επέκταση, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το μεταναστευτικό αλλά και τις ευρύτερες γεωπολιτικές επιπτώσεις για την χώρα μας.

Η προοπτική αυτή, δηλαδή μιας ογκούμενης οικονομικής κρίσης, με απτή αντανάκλαση στην κοινωνική ηρεμία και την ποιότητα της δημοκρατίας, ευρύτερα αλλά και στην Ευρώπη, μπορεί να εξελιχθεί στο δυσμενέστερο αν ληφθούν υπ όψιν δύο πρόσθετες παράμετροι. Αφ΄ενός η ήδη ορατή διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων σε όλο τον πλανήτη. Ο Joel Kotkin, διάσημος οικονομολόγος και κοινωνιολόγος σε άρθρο του στο συντηρητικό περιοδικό “Spectator” τόνιζε στις 7 Ιανουαρίου 2022 : «Η νέα απολυταρχία αναδύεται από μια αδυσώπητη συγκέντρωση πλούτου που έχει δημιουργήσει μια νέα πάμπλουτη ελίτ. Η οικονομική κληρονομιά της τελευταίας δεκαετίας είναι η υπερβολική εταιρική ενοποίηση, μια μαζική μεταφορά πλούτου στο ανώτερο 1% από την μεσαία τάξη».
Είναι αλήθεια ότι η κατανομή του πλούτου περιορίζεται διαρκώς σε λιγότερα χέρια και εξωθούνται στο περιθώριο ολοένα και περισσότερες κοινωνικές ομάδες που ανήκουν στα αστικά-μικροαστικά στρώματα. Υγιής όμως δημοκρατία χωρίς κοινωνική συνοχή δεν είναι εφικτή. Προοπτική ηρεμίας και ομαλότητας με αποκλεισμούς και στέρηση της ελπίδας από τους πολλούς για ένα καλύτερο αύριο, είναι όνειρο θερινής νυκτός.

Αφ΄ ετέρου τα όσα διαδραματίζονται στον χώρο της ενημέρωσης. Δεν ήταν ασύνηθες σε καιρό πολέμου η πληροφόρηση σε ένα βαθμό να είναι ελεγχόμενη, το φαινόμενο όμως απροσχημάτιστης προπαγάνδας και διασποράς fake news είναι ανησυχητικό. Αν σ΄αυτό προστεθούν τα ήδη εξαπλούμενα φαινόμενα του ανεξέλεγκτου λαϊκισμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο αυθαίρετος αποκλεισμός της αντίθετης άποψης, η υπερσυσσώρευση ισχύος στην ενημέρωση σε λίγα ιδιωτικά χέρια, η κατάσταση επιδεινώνεται κατά πολύ. Μπορεί όλα αυτά να μην επηρεάζουν άμεσα την έκβαση του πολέμου, πρέπει όμως να προβληματίζουν σοβαρά για το είδος και την ποιότητα της δημόσιας ζωής που εκκολάπτεται στο όχι τόσο μακρινό μέλλον.



Ο πόλεμος πρέπει να τερματιστεί

Εφ΄ όσον λοιπόν ο πόλεμος είναι τόσο καταστροφικός και η παράτασή του εγκυμονεί πολλαπλάσιους κινδύνους επείγει ο τερματισμός του. Άλλωστε και όλοι οι εμπλεκόμενοι μόνο να χάσουν έχουν από την συνέχισή του. Πρωτίστως το θύμα, η Ουκρανία, με τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και υλικές καταστροφές. Όμως και ο θύτης, η Ρωσία που ανεξάρτητα από την αμφιλεγόμενη στρατιωτική έκβαση, έχει σημαντικές απώλειες, σοβαρότατο κόστος από τις κυρώσεις και τεράστια φθορά κύρους. Αλλά και η Ευρώπη που ήδη βιώνει τις αρνητικές συνέπειες της σύγκρουσης και θα πληρώσει βαρύτατο τίμημα από την διαιώνιση της.

Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους πράγματι είχαν αποφασιστική συμβολή και στην ενιαία στάση της Δύσης στην κρίση αυτή και στην ουσιαστική στήριξη της Ουκρανίας. Δεν είναι όμως ξεκάθαρο εάν έχουν εξ ίσου ισχυρά κίνητρα για την ταχεία περάτωση του πολέμου, αφού εκ των πραγμάτων δεν υφίστανται τις οδυνηρές του συνέπειες. Σε κάθε περίπτωση επ ουδενί στον ίδιο βαθμό.

Είναι η Ευρώπη που πρέπει να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάπαυση του πυρός, την λήξη του πολέμου και την επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έργο δύσκολο, με πολλές παγίδες και αντινομίες αλλά αναπόφευκτο. Η Ευρώπη με τις γνωστές αδυναμίες της, την ανολοκλήρωτη ολοκλήρωσή της, τον αυτοπεριορισμό της σε ρόλο παθητικού θεατή στις παγκόσμιες εξελίξεις καλείται να υπερβεί εαυτόν και να βρει την δύναμη να πρωταγωνιστήσει.

Να αναλάβει πρωτοβουλίες σε όλα τα επίπεδα, στην αναζήτηση διπλωματικής διεξόδου, στην σταθεροποίηση της κατάστασης τουλάχιστον σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, στην εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, στην ανακούφιση του Ουκρανικού λαού. Οι προκλήσεις όμως αυτές προϋποθέτουν ουσιαστικά βήματα προς την Ευρωπαϊκή ενοποίηση, κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική, υπέρβαση των αδυναμιών που κληροδότησε η άκαιρη και βεβιασμένη διεύρυνση του 2004. Προϋποθέτει κυρίως ισχυρή πολιτική βούληση. Σε τελική ανάλυση αυτή την Ευρώπη θέλουμε, αυτήν οραματιζόμαστε. Για μια τέτοια Ευρώπη μας ενέπνευσε και μας συνεπήρε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι άλλοι μεγάλοι ηγέτες της Ευρωπαϊκής ιδέας.

Οι τοποθετήσεις και οι χειρισμοί του επανεκλεγέντος Γάλλου Προέδρου είναι ενθαρρυντικές. Το ίδιο και του Ιταλού πρωθυπουργού. Η απόφαση της Γερμανίας να επενδύσει σοβαρά στον αμυντικό τομέα επίσης, αρκεί βέβαια να το βλέπει μέσα στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο. Οι συμφωνίες του Minsk ίσως ένα σημείο εκκίνησης. Αν όμως και πάλι η Ευρώπη αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους, αν δεν ακουστεί η δική της φωνή στα της ηπείρου μας, τότε το μέλλον προοιωνίζεται δυσάρεστο για όλους μας.

Ιδιαίτερη προσοχή για την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη χρειάζονται τα Βαλκάνια. Τα χαρακτηριστικά της περιοχής γνωστά. Βεβαρυμμένο παρελθόν αιματηρών συγκρούσεων, υφέρποντες και μη εθνικοί ανταγωνισμοί, οικονομική και κοινωνική αστάθεια, δυσανάλογη παρουσία ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος. Αν σε αυτά προστεθούν οι ανοιχτές πληγές του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου και η ατυχώς μονομερής επέμβαση τότε της Δύσης και ο διαγκωνισμός μεγάλων δυνάμεων για σφαίρες επιρροής στην περιοχή γίνεται αντιληπτό ότι η κατάσταση μπορεί εύκολα να ξεφύγει.



Η Βοσνία Ερζεγοβίνη με το περίπλοκο και δυσλειτουργικό καθεστώς που την διέπει, αλλά και το Κόσοβο όπου βρίσκονται σε μόνιμη τριβή οι επιδιώξεις Αλβανών και Σέρβων είναι οι κυριότερες εστίες ανησυχίας. Η διαιώνιση του Ουκρανικού μπορεί να θεωρηθεί ως ευκαιρία για την εκδήλωση αποσχιστικών τάσεων, συγκρούσεων ακόμα και αλλαγής συνόρων.

Όλα αυτά πρέπει η ΕΕ να τα προλάβει, στέλνοντας τα κατάλληλα μηνύματα, καθιστώντας απαγορευτικό το κόστος του οποιουδήποτε τυχοδιωκτισμού και εξασφαλίζοντας την προοπτική ένταξης στα κράτη της περιοχής, υπό τον όρο βεβαίως του απόλυτου σεβασμού των συνθηκών και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ο ρόλος της Ελλάδας πρέπει πάντα να είναι πρωταγωνιστικός σε όλες αυτές τις κατευθύνσεις, πρωτοπόρος της Ευρώπης στην περιοχή.

Με σαφές μήνυμα: στήριξη στις προσπάθειες για συνεργασία, ανάπτυξη, εξομάλυνση των όποιων διαφορών και βέβαια στον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

 Κομμένα όμως με το μαχαίρι οι αλυτρωτισμοί και οι βαλκανικής κοπής κουτοπονηριές!

Όπως ήδη ελέχθη η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι παράνομη, απαράδεκτη και καταδικαστέα. Για όλους τους λόγους που παρετέθησαν και πολλούς ακόμα. Απερίφραστα και καθαρά. Για την χώρα μας και για έναν ακόμα θεμελιώδη λόγο.

Διότι η Ελλάδα αντιτίθεται εξ ορισμού σε οποιαδήποτε εκδοχή αναθεωρητισμού και ανατροπής του status quo. Και για λόγους αρχής αφού η ανοχή σε τέτοιες τάσεις θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα την Ευρώπη στα δεινά που εβίωσε το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.

Πάνω απ΄όλα όμως επειδή η Ελλάδα γειτνιάζει με χώρα που και αναθεωρητικές επιδιώξεις έχει και με προσφυγή στην βία απειλεί αλλά και με παράνομη εισβολή και κατοχή σε βάρος της Κύπρου βαρύνεται.

 


Για την Κύπρο

Ειδικά σε ότι αφορά την Κύπρο, δεν μπορεί να μην σημειωθεί η καταφανής αναντιστοιχία στην στάση των περισσοτέρων συμμάχων και εταίρων. Ενώ δηλαδή, και ορθώς, καταδικάζεται η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, επιβάλλονται κυρώσεις και ενισχύεται παντοιοτρόπως ο αμυνόμενος, το επί μισό σχεδόν αιώνα συνεχιζόμενο δράμα της Κύπρου αποσιωπάται απολύτως. Ακόμα χειρότερα, καταβάλλονται διαχρονικά προσπάθειες να γίνουν αποδεκτές λύσεις που θέτουν σε ίση μοίρα θύτη και θύμα, αναιρούν ακόμα και την υφιστάμενη κρατική οντότητα της Κύπρου, αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τα τετελεσμένα της παράνομης κατοχής και εποίκισης και θα έθεταν σε τροχιά δορυφοροποίησης την Κύπρο προς την Τουρκία και μάλιστα σε πλήρη αναντιστοιχία με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Είναι χαρακτηριστικά επ’ αυτού τα εκ των υστέρων σχόλια του Λόρδου David Hannay, βετεράνου Βρετανού διπλωμάτη και εν πολλοίς παρασκηνιακού εμπνευστή του Σχεδίου Annan, όπως δημοσιεύτηκαν στην Cyprus Mail, στις 14 Σεπτεμβρίου 2014, όταν περιέγραφε την τελική μορφή του ως «ασύνετα γενναιόδωρη» για τους Τούρκους.

Αυτή η κατάφωρα υποκριτική αναντιστοιχία εκθέτει σοβαρά όσους ομνύουν ότι μάχονται υπέρ αξιών και αρχών, και εγείρει την υποψία ότι η επιλεκτικότητα στις ευαισθησίες υπαγορεύεται όχι από αρχές αλλά από γεωπολιτικές επιδιώξεις. Εκ των πραγμάτων έτσι αποδυναμώνεται η πολιτική, δικαϊική και ηθική υπεροχή του αφηγήματος της Δύσης.



Η ειρήνη δεν εξαγοράζεται

Αντίθετα με την Ελλάδα, η Τουρκία είναι χώρα αναθεωρητική. Επιδιώκει δηλαδή να μεταβάλλει την υφιστάμενη κατάσταση όπως προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς συμφωνίες προς όφελος της. Απόδειξη αυτού είναι η άμεση ή έμμεση στρατιωτική της εμπλοκή στο Ιράκ, στην Συρία, στον Καύκασο και στην Λιβύη. Η ενεργή ανάμειξη της στα εσωτερικά των βαλκανικών χωρών με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, με στόχο την διεύρυνση της επιρροής της. Η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης, της Συνθήκης των Παρισίων περί εκχώρησης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα του 1947, η μη αποδοχή της σύμβασης του Montego Bay για το Δίκαιο της θάλασσας, και η επιλεκτική μόνο επίκλησή του. Και βέβαια η ρητορική της και η διαρκής και πολυεπίπεδη κλιμάκωση των προκλήσεων έναντι της Ελλάδας.

Είναι κομβικής σημασίας να αντιληφθούμε με τρόπο σφαιρικό και ολοκληρωμένο την στόχευση και την στρατηγική της Τουρκίας. Με απλά λόγια να την διαβάσουμε σωστά. Είναι δραματικά διαφορετικό εάν επρόκειτο για μια χώρα που όπως σε πολλές περιπτώσεις ανά τον κόσμο έχει κάποιες διαφωνίες με ένα γειτονικό κράτος που επιθυμεί να τις λύσει με τους παραδεκτούς τρόπους επίλυσης διαφορών, ή αντίθετα επιδιώκει να ανατρέψει συνολικά το status quo με απώτερο στόχο την ηγεμονία στην ευρύτερη περιοχή. Δυστυχώς συμβαίνει το δεύτερο. Όλα δείχνουν ότι η Τουρκία θεωρεί ότι ιστορικά, γεωπολιτικά, με βάση το μέγεθος και τον πληθυσμό της δικαιούται ηγετικού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο και επέκεινα. Ρόλου που θα την αναβιβάζει σε πρωταγωνιστή και κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή, με συνακόλουθη την σχετική υποβάθμιση της σημασίας και του ρόλου των υπολοίπων και την σταδιακή καθυπόταξη τους στις προτεραιότητες της ίδιας.



Οι παραδοχές αυτές δεν επιτρέπουν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Η άποψη ότι για την ένταση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις υπάρχει αμοιβαία ευθύνη, ότι η ελληνική στάση ρέπει στον μαξιμαλισμό, ότι πρέπει να επιδείξουμε μεγαλύτερη ευελιξία και συμβιβαστική διάθεση, ότι δεν μπορούμε να αρνούμαστε την διεύρυνση της ατζέντας των προς επίλυση θεμάτων που κατά το δοκούν φορτώνει ολοένα η Τουρκία, είναι εσφαλμένη. Εσφαλμένη διότι διαβάζει λάθος την Τουρκία. Γιατί στηρίζεται σε λάθος δεδομένα και οδηγεί σε ψευδαισθήσεις. Κυρίως στην ψευδαίσθηση ότι αρκεί να δείξουμε κάποια υποχωρητικότητα και όλα θα διευθετηθούν προς όφελος όλων.

Δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια προθέσεων και τον πατριωτισμό κανενός. Σέβομαι τις αντιλήψεις όλων. Θέλω όμως να υπογραμμίσω ότι η υιοθέτηση μιας τέτοιας συμπεριφοράς θα οδηγούσε σε σοβαρές, ίσως και μοιραίες βλάβες στα εθνικά συμφέροντα και θα αποθράσυνε ακόμα περισσότερο την άλλη πλευρά.
Βεβαίως και η Ελλάδα πρέπει να εμμένει στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών. Βεβαίως και πρέπει να κρατά ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, όπως άλλωστε έπραξαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Και βεβαίως είμαστε πρόθυμοι να προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο για την μόνη πραγματική διαφορά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, την οριοθέτηση δηλαδή της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Γιατί εξ ίσου βεβαίως είναι αδιανόητη διαπραγμάτευση ή παραπομπή περί γκρίζων ζωνών, κυριαρχίας επί νήσων, νησίδων και βραχονησίδων, αποστρατιωτικοποίησης νησιών που απειλούνται και του αναφαίρετου μονομερούς δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα.

Η στάση αυτή, της σταθερής γραμμής υπεράσπισης και προβολής των εθνικών θέσεων χαρακτηρίζεται ενίοτε επικριτικά ως λογική της ακινησίας. Αν όμως η δήθεν κινητικότητα, δηλαδή η μετακίνηση από πάγιες εθνικές θέσεις οδηγεί σε αντιλήψεις συμβιβασμού με τις μονομερείς και διαχρονικά αυξανόμενες τουρκικές αξιώσεις, το επιχείρημα είναι και έωλο και επικίνδυνο.

Με εκπτώσεις σε θέματα εθνικής κυριαρχίας δεν εξαγοράζεται η ειρήνη. Το αντίθετο. Οι εκπτώσεις τέτοιου είδους απλώς μεγαλώνουν την βουλιμία και εντείνουν τις ηγεμονικές επιδιώξεις και τον επεκτατισμό των γειτόνων.

Κατά καιρούς, έτσι και πρόσφατα, εγείρεται συζήτηση περί συνεκμετάλλευσης. Σύμφωνα με το αφήγημα, ο από κοινού προσπορισμός οφέλους από τα κοιτάσματα ορυκτού πλούτου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο θα ήταν ισχυρό κίνητρο να ξεπεραστούν οι διαφωνίες και να οδηγηθούμε σε μια επ αμοιβαία ωφελεία διευθέτηση. Παραβλέπει όμως το αφήγημα αυτό, δύο ουσιωδέστατους παράγοντες. Πρώτον, ότι συνεκμετάλλευση δεν είναι νοητή εάν προηγουμένως δεν έχει επακριβώς οριοθετηθεί το τι ανήκει στην κάθε πλευρά σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Και δεύτερον διότι στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αξιοποίηση του τυχόν υφιστάμενου ορυκτού πλούτου είναι το βασικό κίνητρο της συμπεριφοράς της Τουρκίας. Ενώ αντιθέτως, η συνολική της συμπεριφορά, η ρητορική της και η συνεχής κλιμάκωση των προκλήσεων, η αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου και των διεθνών συνθηκών, το ίδιο το ιδεολόγημα περί «Γαλάζιας Πατρίδας» καταδεικνύει ότι η πραγματική της στόχευση είναι η ανατροπή προς όφελος της του status quo στην περιοχή και η επιβολή καθεστώτος ηγεμονίας της.
Δεν είναι καινοφανείς οι σκέψεις αυτές και ο επί αυτών διεξαγόμενος εδώ και χρόνια διάλογος. Αποκτούν όμως ξεχωριστό ενδιαφέρον στις μέρες μας υπό το φως του πολέμου στην Ουκρανία. Και τούτο διότι κάθε πλευρά αποσκοπεί να αξιοποιήσει τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται.

Αφ’ ενός η Τουρκία επιδιώκει να αναβαθμίσει το γεωπολιτικό της εκτόπισμα, διατηρώντας διαύλους επικοινωνίας και με τους δύο εμπολέμους, προσφέροντας υπηρεσίες διαμεσολαβητή και αξιοποιώντας την γεωγραφική της θέση για να επηρεάσει προς όφελός της την στάση της Δύσης.

Αφ’ ετέρου η Δύση ενώπιον της ανάγκης σύμπηξης ενιαίου αντιρωσικού μετώπου να υπερεκτιμήσει την σπουδαιότητα του ρόλου της Τουρκίας, παραβλέποντας και υποτιμώντας τις κατά καιρούς αποκλίσεις της από την δυτική γραμμή και τον αλληθωρισμό της προς την Ρωσία, αλλά και την αναθεωρητική της συμπεριφορά. Η ανάγκη δηλαδή διατήρησης της ηρεμίας και της ενότητας εντός της Συμμαχίας, η διακαής επιθυμία να προσελκυσθεί η Τουρκία στις συμμαχικές προτεραιότητες, να οδηγούσε σε διάθεση κατευνασμού και καλοπιάσματος της Τουρκίας και συνακόλουθα σε πιέσεις προς τους γείτονές της να υποκύψουν έστω και μερικώς σε αξιώσεις της.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ανακύπτει ο προβληματισμός αυτός. Συχνά στο παρελθόν, ακόμα και το πρόσφατο, η συμπεριφορά της Δύσης και πρωτίστως των ΗΠΑ αντανακλούσε την αντίληψη ότι βασική προτεραιότητα στην περιοχή ήταν να κρατηθεί η Τουρκία πάση θυσία στο δυτικό στρατόπεδο. Συνέπεια της αντίληψης αυτής ήταν η υιοθέτηση πολιτικής ίσων αποστάσεων έναντι της Τουρκίας και της Ελλάδας, η αποφυγή απερίφραστης καταδίκης των κλιμακούμενων τουρκικών προκλήσεων, οι συστάσεις για διάλογο και αμοιβαίους συμβιβασμούς, παραβλέποντας ότι η μεν Ελλάδα ζητά τον σεβασμό και την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, ενώ η Τουρκία προβάλλει διεκδικήσεις διαμετρικά σε αντίθεση με αυτό, απειλεί με πόλεμο και προσφεύγει στην διπλωματία των κανονιοφόρων. Οι πρόσφατες ενέργειες και τοποθετήσεις της ηγεσίας της αποδεικνύουν ότι έχει υιοθετήσει συμπεριφορά ταραξία στην περιοχή. Ίσες αποστάσεις όμως και ουδετερότητα μεταξύ δικαίου και αδίκου, μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, συνιστά εύνοια προς τον παρανομούντα, συνιστά έμμεση και υποκριτική στήριξη προς τον ταραξία.

Οι διαπιστώσεις αυτές προφανώς και δεν αναιρούν την ορθότητα των επιλογών της Ελλάδας, να ανήκει στην Δύση, να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Συνιστούν όμως το κεντρικό πρόβλημα της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Και το πρόβλημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα και φόρτιση από τον πόλεμο της Ουκρανίας και τη γενικευμένη κρίση που ο πόλεμος αυτός προκάλεσε και προκαλεί.

Σημαίνουν ακόμα ότι η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει και να εντείνει τις προσπάθειες της για διεύρυνση των διπλωματικών της ερεισμάτων, για ενίσχυση των αμυντικών συνεργασιών της, για διαρκή προβολή των επιχειρημάτων της ιδίως προς συμμάχους και εταίρους, όπως ήδη και σωστά πράττει, αναδεικνύοντας την ορθότητα των θέσεών της αλλά και το επιβλαβές της επαμφοτερίζουσας στάσης τους. Και βέβαια για ισχυροποίηση της αμυντικής και αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας και στήριξη, ηθική και υλική, των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων.

Είναι επίσης επείγουσα ανάγκη να αναστραφούν οι δυσμενείς τα τελευταία χρόνια, δημογραφικές τάσεις. Σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα το δημογραφικό, αν δεν ανασχεθεί θα καταστεί με μαθηματική ακρίβεια το μείζον εθνικό πρόβλημα.



Είναι βέβαιο ότι ο αγώνας αυτός απαιτεί εθνική ενότητα και ομοψυχία, επιβάλλει συνεχή και συνεπή υπεράσπιση της εθνικής στρατηγικής απ’ όλους μας. Δεν είναι ούτε εύκολος ούτε βραχύβιος ο αγώνας αυτός και είναι ανάγκη να είμαστε προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Είναι όμως αγώνας που οφείλουμε στο έθνος και την συνείδησή μας. Σε τελική ανάλυση, ασχέτως επί μέρους απόψεων, όλες και όλοι την ίδια γαλανόλευκη φανέλλα φοράμε!

Έλεγε ο Charles de Gaulle, ο κορυφαίος Γάλλος και ίσως Ευρωπαίος ηγέτης του 20ου αιώνα : «Πατριωτισμός είναι όταν η αγάπη για τον λαό σου έρχεται πρώτη. Εθνικισμός όταν το μίσος για άλλους έρχεται πρώτο».

Εμείς δεν μισούμε κανέναν. Αγαπάμε όμως την πατρίδα και τους ανθρώπους της. Πολύ και βαθειά. Και υπογράμμιζε ακόμα ο De Gaulle :” ‘Ολη μου την ζωή είχα μια συγκεκριμένη ιδέα για την Γαλλία “. Και εμείς στρατηγέ μου, κατ’ αναλογία, μια συγκεκριμένη ιδέα για την Ελλάδα έχουμε.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

Ολόκληρη η συγκλονιστική ομιλία του πρώην πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εκδήλωση για τα 47 χρόνια της Ν.Δ.

  

Η Ιστορία διδάσκει. Ο Καραμανλής μάς το θυμίζει. Όλοι εμείς έχουμε χρέος να αποδείξουμε ότι διδαχθήκαμε καλά το μάθημά μας.

ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ Ι.Κ.Κ.

ΜΕ ΘΕΜΑ

«ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ:

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΩΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ»

 

Θέλω να συγχαρώ και να ευχαριστήσω θερμά για την σημερινή εκδήλωση τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο, τον Πέτρο Μολυβιάτη και τον Αχιλλέα Καραμανλή, τους πιο στενούς συνεργάτες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και δεκαετίες τώρα στυλοβάτες του Ιδρύματος Κωνσταντίνος Καραμανλής. Και ακόμα να ευχαριστήσω τον Υπουργό Κώστα Καραμανλή, αφού μαζί με τους συνεργάτες του συνέβαλαν ουσιαστικά στη διοργάνωσή της.

 


Αποτίουμε σήμερα τον οφειλόμενο φόρο τιμής στη μνήμη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τιμούμε τον πολιτικό ηγέτη που στην αυγή της μεταπολίτευσης, σε ώρες δραματικές για τον Ελληνισμό, επέστρεψε στην πατρίδα, αναλαμβάνοντας την βαριά ευθύνη να σώσει τη χώρα από τον κίνδυνο της κατάρρευσης και της εθνικής καταστροφής.

 

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε η εμβληματική πολιτική προσωπικότητα της μεταπολεμικής περιόδου, σφραγίζοντας με την παρουσία και το έργο του για περισσότερο από μισό αιώνα την πορεία της Ελλάδας.

 

Τα κορυφαία επιτεύγματά του, η ανόρθωση της χώρας και η εργώδης ανάπτυξη στις δύσκολες πρώτες δεκαετίες μετά τον παγκόσμιο, αλλά και τον εμφύλιο πόλεμο, η αποκατάσταση και εδραίωση της δημοκρατίας σε συνθήκες αντίξοες και εθνικά κρίσιμες και η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, προϊόν και αυτό μακράς και επίπονης προσπάθειας, έχουν τύχει καθολικής αναγνώρισης, εντός και εκτός Ελλάδας, και θα συνεχίσουν να φωτίζονται από ιστορικούς ερευνητές και μελετητές με την πολύτιμη και αμέριστη αρωγή του Ιδρύματος.

 

Εκείνο στο οποίο θα ήθελα να εστιάσουμε την προσοχή μας σήμερα είναι στις βαθύτερες πολιτικές του πεποιθήσεις και αρχές, αυτές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο πολιτικός του οραματισμός και η πολυσχιδής δράση του.

 

Πεποιθήσεις και αρχές που διαμορφώθηκαν όχι μόνο από προσεκτική μελέτη και ιστορική παρατήρηση, αλλά και, προ παντός, από βιώματα της εποχής, της κοινωνικής και εθνικής πραγματικότητας, μέσα στις οποίες ανδρώθηκε.

 


Πρωτότοκος γιός πολυμελούς οικογένειας από την Πρώτη Σερρών έζησε τις θυελλώδεις εξελίξεις των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Γεννημένος σε οθωμανική ακόμα επικράτεια, βίωσε την απελευθέρωση της Μακεδονίας, ένιωσε την απειλή της εθνικής ακεραιότητας στην διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, είδε τον πατέρα του να πρωτοστατεί στην εθνική προσπάθεια, να συλλαμβάνεται και να εξορίζεται.

 

Είχε την εμπειρία του Εθνικού Διχασμού, των ακραίων πολιτικών παθών και ακροτήτων στην δημόσια ζωή, τα επαναλαμβανόμενα πλήγματα στο δημοκρατικό πολίτευμα και τον ομαλό πολιτικό βίο, από επαναστάσεις, κινήματα, δικτατορίες, εκτελέσεις και διώξεις υποκινούμενες από κομματικό φανατισμό και μισαλλοδοξία.

 

Γνώρισε την φτώχεια, την ανέχεια, τον μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, ειδικά σε μια περιοχή όπου ο καπνός ήταν στην ουσία μονοκαλλιέργεια. Εζησε την οικονομική καταστροφή του πατέρα του, ως αποτέλεσμα της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης, και ανέλαβε ο ίδιος την ευθύνη της συντήρησης της οικογένειάς του με σκληρή δουλειά, σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

 


Με άλλα λόγια, οι εμπειρίες, οι περισσότερες τραυματικές, που εν συντομία παρετέθησαν, σμίλευσαν την προσωπικότητα και την κοσμοαντίληψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, σε βαθμό που λειτούργησαν ως πλοηγοί στην μακρά πορεία της πολιτικής του δράσης.

 

« Όταν ένας λαός δεν μπορεί να επιτύχει την κοινωνική δικαιοσύνη στα πλαίσια της Δημοκρατίας, κλονίζεται η εμπιστοσύνη του στην ιδέα της Δημοκρατίας». Με την φράση αυτή, διατυπωμένη στις 5.5.1979 στο Α΄Συνέδριο της ΝΔ, ο Καραμανλής ανάγει την κοινωνική δικαιοσύνη σε βασικό θεμέλιο της δημοκρατίας.

 


Πράγματι, προϋπόθεση ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι οι πολίτες να αισθάνονται ότι η πολιτεία τούς αντιμετωπίζει με ισονομία και δικαιοσύνη.  Όταν οι πολίτες, η μεγάλη μερίδα αυτών, αισθάνονται αδικημένοι, παραγκωνισμένοι ή περιφρονούμενοι, η δημοκρατία τραυματίζεται και, σε ακραία προέκταση, υπονομεύεται.

 

Προφανώς το αξίωμα αυτό δεν δικαιολογεί διαρκείς και εξωπραγματικές διεκδικήσεις της οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας ούτε σημαίνει ότι αναλαμβάνει η πολιτεία όλα τα βάρη και τις ευθύνες των πολιτών. Σημαίνει όμως ότι η πολιτεία έχει καθήκον να μεριμνά για την ευημερία όλων των πολιτών, πρωτίστως βέβαια εκείνων που, για διάφορους λόγους, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

 


Η μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης προσφέρει εναργέστατο παράδειγμα. Οι δύο καταστροφικοί παγκόσμιοι πόλεμοι, η μεγάλη κρίση και η συνακόλουθη γιγάντωση ολοκληρωτικών και ανελεύθερων καθεστώτων στον μεσοπόλεμο, οδήγησε τις Ευρωπαϊκές ηγεσίες στο συμπέρασμα ότι η διασφάλιση της ειρήνης και της πολιτικής ομαλότητας προϋπέθετε την ταχεία οικονομική ανόρθωση, αλλά και ευρεία κοινωνική πολιτική.

 

Αποτέλεσμα της προσέγγισης αυτής υπήρξε το Ευρωπαϊκό θαύμα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Όπου η ελεύθερη οικονομία και η ιδιωτική πρωτοβουλία έχουν τον κατ εξοχήν δημιουργικό και παραγωγικό ρόλο, ταυτόχρονα όμως η πολιτεία προσφέρει διαρκώς βελτιούμενες υπηρεσίες στους κοινωνικά νευραλγικούς τομείς της υγείας, της παιδείας, της ασφάλισης, των συνθηκών εργασίας κ.ο.κ. και καλλιεργεί συνθήκες διαλόγου και συνδιαλλαγής μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων, προς όφελος και της οικονομίας αλλά και των ευρέων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτό που στην Δυτική Γερμανία του Αντενάουερ και του Έρχαρτ ονομάστηκε “Soziale Marktwirtschaft”, δηλαδή κοινωνική οικονομία της αγοράς, που με παραλλαγές εφαρμόστηκε σε όλη σχεδόν την Δυτική Ευρώπη.

 


Η πολιτική αυτή οδήγησε σε ιστορικά πρωτόγνωρο επίπεδο ευημερίας και ευκαιριών απασχόλησης και κοινωνικής ανέλιξης σε ολοένα ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Οι ευεργετικές συνέπειές της είχαν άμεση αντανάκλαση και στην εδραίωση της ειρήνης, αλλά, εξ ίσου σημαντικό, στην διασφάλιση κοινωνικής συνοχής και πολιτικής ομαλότητας. Δημοκρατικός διάλογος, ομαλή εναλλαγή στην εξουσία, διαμόρφωση μεγάλων και σταθερών κομματικών σχηματισμών με μετριοπαθή έκφραση και συχνά συγκλίσεις στις κορυφαίες προτεραιότητες των Ευρωπαϊκών Κρατών.

 

Οι μεγάλες αυτές κατακτήσεις βρίσκονται υπό αυξανόμενη αμφισβήτηση τα τελευταία χρόνια. Οικονομικές κρίσεις, εμπορικοί ανταγωνισμοί, η άναρχη λειτουργία των αγορών, η τεχνολογική έκρηξη στις μεθόδους παραγωγής, εκπαίδευσης και επικοινωνίας, η δημογραφική πίεση, προκαλούν σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον. Ήδη παρατηρείται παγκοσμίως διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Πληθαίνουν εκείνοι που, αν βρεθούν χωρίς δουλειά, θα τους είναι σχεδόν αδύνατον να επανενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία. Πολλοί νέοι αισθάνονται ότι δεν θα έχουν τις ευκαιρίες που χρειάζονται για μια καλύτερη ζωή.

 

Η διευρυνόμενη αυτή ανασφάλεια, ειδικά στα λιγότερο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα, είναι λόγος σοβαρού προβληματισμού. Διότι κατατείνει στην δυσπιστία, την απομυθοποίηση και τελικά την αμφισβήτηση και την απονομιμοποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Φαινόμενα απογοήτευσης, απάθειας, αποχής και πολιτικής αστάθειας, ενίσχυση δημαγωγικών ρευμάτων και σκηνές έντονων κοινωνικών συγκρούσεων έχουν ήδη εμφανιστεί σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.

 


Προφανώς και τα πράγματα δεν μπορεί να μείνουν ως έχουν. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και είναι αναγκαία η προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Είναι σαφές ότι απαιτούνται μεταρρυθμίσεις και καινοτόμες λύσεις στην εκπαίδευση, στα συστήματα υγείας, στην κοινωνική ασφάλιση και το εργασιακό περιβάλλον. Αρκεί να θυμόμαστε πάντα ότι οι κοινωνίες ανθούν και προοδεύουν μόνο όταν οι πολλοί αισθάνονται ότι μετέχουν στην συλλογική προσπάθεια, στις ευκαιρίες και την ισότιμη κατανομή των καρπών της προόδου.

 

Στο Προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, στις 2 Απριλίου 1977, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επεσήμαινε: «η δημοκρατία δεν επιβάλλεται. Η δημοκρατία βιώνεται. Και πρέπει να γίνεται πράξη στην καθημερινή ζωή του πολίτη. Προϋποθέτει τον σεβασμό της αρχής της πλειοψηφίας και του νόμου. Και προπαντός προϋποθέτει πολιτικό κλίμα ήπιο και ήρεμα πολιτικά ήθη. Η δημοκρατία δεν αντέχει στα πάθη και τους φανατισμούς».

 

Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τον ταραχώδη δημόσιο βίο της χώρας, τις επανειλλημμένες εκτροπές, τους διχασμούς, τον αδελφοκτόνο εμφύλιο, αλλά και τις συνήθεις υπερβολές οξύτητας και δημαγωγίας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πίστευε βαθιά ότι εξ ίσου σημαντικός θεμέλιος λίθος για την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η ήρεμη πολιτική ζωή, η αποφυγή ακραίων αντιαπαραθέσεων, ο δημόσιος λόγος με σεβασμό στην αντίθετη άποψη, η διαρκής προσπάθεια δημιουργίας συνθηκών εθνικής συνεννόησης.

 

Απευθυνόμενος στους πολίτες της Αθήνας, στις 16 Νοεμβρίου 1974, επισήμαινε:

« Είναι γνωστό ότι εμείς οι Έλληνες έχομε την αδυναμία να λησμονούμε γρήγορα τους κινδύνους. Και να επιδιδώμεθα, πριν καλά – καλά παρέλθουν, στην ικανοποίηση των κομματικών ή προσωπικών μας αδυναμιών. Έχομε, επίσης, την κακήν συνήθεια, να καταστρέφουμε με τα ίδια μας τα χέρια, όσα με κόπους και θυσίες δημιουργούμε. Και το κάνουμε αυτό, όταν ακριβώς ευρισκόμεθα  στα πρόθυρα της επιτυχίας. Την αδυναμία μας δε αυτήν ακριβώς συμβολίζει και ο μύθος του Σισύφου. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο μύθος αυτός είναι ελληνικός.

 

Την οδυνηρήν αυτή αλήθεια την επιβεβαιώνει η μακρά μας ιστορία. Και θα μπορούσε κανείς να μνημονεύσει το 1920, το 1940 και κατά ένα τρόπο και το 1963. Όταν μετά την Επανάσταση του 1821 ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, ο Δεριγνύ (Γάλλος ναύαρχος που ηγήθηκε της γαλλικής μοίρας στην ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827) έγραφε στην κυβέρνησή του: «Οι Ελληνες επιδίδονται στην αυτοκαταστροφή, όταν ακριβώς η τύχη τους μειδιάσει».

 


Αυτές είναι οι αρχές που συνθέτουν την δομή της πολιτικής ταυτότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στην μακρά δημόσια διαδρομή του, τις υπηρέτησε με συνέπεια και αποτελεσματικότητα, όπως κυρίως αναδεικνύεται από την επιτυχή αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, αλλά και την θέσπιση σύγχρονου, προοδευτικού και του μακροβιότερου Συντάγματος της ιστορίας μας, το 1975. 

Και παρότι επεκρίθη, ενίοτε λυσσαλέα, συκοφαντήθηκε και υπέστη ουκ ολίγες προσωπικές επιθέσεις, με αποκορύφωμα την πρόταση παραπομπής του, με έωλους ισχυρισμούς, στο ειδικό δικαστήριο, τον Ιανουάριο του 1965, ουδέποτε υπέκυψε στον πειρασμό της έξαψης των παθών, της ανταπόδοσης προσωπικών ύβρεων και προσβολών, ακόμα και της προσωποποίησης των πολιτικών διαφωνιών. Είχε πλήρη συνείδηση ότι αυτές οι πρακτικές οδηγούν σε εκτροπές και ανωμαλίες που τόσο είχαν στιγματίσει την πολιτική ζωή της χώρας, αλλά και ζημιώσει τα εθνικά της συμφέροντα.

 


Αν οι αντιλήψεις αυτές έχουν ευρύτερη, πιθανώς παγκόσμια ισχύ, σε ό,τι αφορά την εδραίωση και καλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, έχουν ξεχωριστή αξία και σημασία στην περίπτωση της χώρας μας. Και τούτο για δύο λόγους. Πρώτον διότι, λόγω βεβαρυμένου παρελθόντος, έχουμε πληρώσει ως έθνος βαρύ τίμημα από την συχνή παραβίασή τους. Και δεύτερον, ίσως ακόμα σημαντικότερο, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της περιοχής μας και της θέσης της Ελλάδας. Είναι απλή ιστορική διαπίστωση ότι ζούμε σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον εξαιρετικά φορτισμένο. Οι συγκρούσεις και οι ανταγωνισμοί των κρατών της περιοχής, η ανάμιξη των κατά εποχή Μεγάλων Δυνάμεων, για δικούς τους λόγους και σκοπιμότητες, η εμπλοκή στους παγκόσμιους πολέμους, όχι αβάσιμα, γέννησαν για τα Βαλκάνια τον όρο «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης».  Με απλά λόγια, η θέση της χώρας, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο, καθιστά ανεπίτρεπτη απερισκεψία την επικράτηση κλίματος διχαστικού και ακραίας οξύτητας. Μας το θυμίζει άλλωστε η πρόσφατη Ιστορία μας. Και στην Μικρασιατική Καταστροφή και στον Εμφύλιο, μπορεί να έχουν σοβαρές ευθύνες και ξένοι παράγοντες, όμως η οδυνηρή αλήθεια είναι ότι από μόνοι μας βγάλαμε τα μάτια μας. Όπως σοφά υπογράμμιζε ο Καραμανλής, στις 7 Απριλίου 1983, σε δείπνο προς τιμήν του Κυπρίου Προέδρου Σπύρου Κυπριανού, «Οι ξένοι δεν θα μπορούσαν να μας αδικούν, εάν δεν τους διευκόλυναν τα σφάλματα τα δικά μας».

 


Κυρίες και Κύριοι,

 

Οφείλουμε κατά συνέπεια να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια για την διαμόρφωση συνθηκών σύμπνοιας, ομοψυχίας και εθνικής συνεννόησης. Ο δημοκρατικός διάλογος και η αντιπαράθεση επιχειρημάτων πρέπει να διευκολύνει και όχι να υπονομεύει την ανάγκη σύγκλισης απόψεων για τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής, πρωτίστως για τα μεγάλα εθνικά θέματα. Αυτό είναι το θεμελιώδες δίδαγμα της ιστορικής μας εμπειρίας. Είναι ταυτόχρονα το εθνικό μας καθήκον, αφού η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι υπό απειλή. Απειλή που αφορά όχι μόνο δικαιώματα, συμφέροντα και επιδιώξεις που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες, αλλά απειλή ακόμα και κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

 

«Επεδίωξα να συνδέσω οργανικά την Ελλάδα με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, για να διασφαλίσω το μέλλον της βγάζοντάς την από την αιώνια μοναξιά της. Και αν επεδίωξα με τόση επιμονή την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το έκανα γιατί ήθελα, εκτός των άλλων, να την απαλλάξω και από την ανάγκη να αναζητεί προστάτες» έλεγε ο Καραμανλής στον βιογράφο του Ροζέ Μασσίπ, συγγραφέα του βιβλίου «Ο Ελληνας που ξεχώρισε» που εξεδόθη το 1982.

 

Σε αυτές τις φράσεις συμπυκνώνεται η συνολική σύλληψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή αναφορικά με την πορεία της χώρας προς την Ευρώπη. Μια πολιτική που με επιμονή και συνέπεια ακολούθησε για περισσότερο από 20 χρόνια και οδήγησε με επιτυχία στην ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια που συνάντησε, εντός και εκτός χώρας, στην μακρά και επίπονη αυτή πορεία.

 

Μια πολιτική που σήμερα, 40 χρόνια μετά την ένταξη, έχει δικαιωθεί στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών και του συνόλου σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων, αφού αναγνωρίζεται ότι η συνολική αποτίμηση της συμμετοχής μας στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι αναμφισβήτητα θετική. Άλλωστε, πέραν των προφανών ωφελειών, αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσο πιο δύσκολα και επικίνδυνα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα για την χώρα, σε αντίθετη περίπτωση.

 


Το κυρίαρχο στοιχείο, πέρα από τα προφανή πολιτικά και οικονομικά οφέλη της ένταξης, ήταν η αναζήτηση πλαισίου εθνικής ασφάλειας. Η Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας ήταν για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή πρωτίστως η ενδεδειγμένη λύση στην παραδοσιακή αστάθεια της ευρύτερης περιοχής, τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, στις απειλές και τους κινδύνους για το έθνος, όπως επίσης και στην ανάγκη αναζήτησης προστασίας από εκάστοτε ισχυρούς πρωταγωνιστές της διεθνούς σκηνής, που όμως εκ των πραγμάτων οδηγούσε σε σχέσεις ανισομέρειας.

 

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όπως όλοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι οραματιστές της εποχής του, από τον De Gaulle, τον Antenauer, τον Monnet και τον de Gasperi μέχρι τον D’ Estaing και τον Helmut Schmidt, πίστευε βαθιά ότι η ισχύς της Ευρώπης είναι εν τη ενώσει, στη δύναμή της να διασφαλίσει ειρήνη, ευημερία και ασφάλεια στην ήπειρό μας, στην ευεργετική της επιρροή στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και αυτό εμφανίζεται σήμερα ακόμα πιο επίκαιρο και επείγον, μετά από τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν. Η Ευρώπη οφείλει να αντλήσει διδάγματα από την ατυχέστατη έκβαση της εμπλοκής στη χώρα αυτή και να αναπτύξει επιτέλους μια πιο αυτόνομη φωνή στο διεθνές στερέωμα, συνοδευόμενη από αντίστοιχες δυνατότητες σε όλα τα επίπεδα.

 

Ο Helmut Kohl διακήρυσσε:

 

«Η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης…. σε λίγα χρόνια θα οδηγήσει στην δημιουργία αυτού που ονειρεύτηκαν οι θεμελιωτές της σύγχρονης Ευρώπης μετά τον πόλεμο, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης».

 

Με άλλα λόγια, πέραν των προφανών λόγων που επέβαλλαν την συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, υπήρχε και ένας ακόμα πιο φιλόδοξος, μεγαλεπήβολος οραματισμός για το μέλλον της Ευρώπης, η σταδιακή πολιτική της ολοκλήρωση, ο ρόλος της στο διεθνές στερέωμα, με βάση τις Ευρωπαϊκές αξίες του ανθρωπισμού, της ειρήνης, της προόδου και της αλληλεγγύης.

 


Με σαφήνεια προσδιόρισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το μέγεθος του εγχειρήματος σε ομιλία του κατά την διάρκεια επίσημης επίσκεψης στην Ολλανδία, στις 4 Απριλίου 1978: «Για να προωθηθεί η ενοποίηση της Ευρώπης θα χρειαστεί να παραμεριστούν οι στείροι ανταγωνισμοί, που υποκινούνται άλλοτε από μικροσυμφέροντα και άλλοτε από ξεπερασμένους εθνικούς εγωισμούς. Θα χρειαστεί προπαντός να συνειδητοποιήσουμε όλοι το γεγονός ότι τα μεγάλα και ιστορικά έργα – όπως είναι η ενοποίηση της Ευρώπης – απαιτούν ανάλογες θυσίες».

 

Δεν χωρά αμφιβολία ότι η Ευρώπη έκανε πολλά και σημαντικά βήματα. Ειδικά τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες από την αρχική Συνθήκη της Ρώμης, τον Μάρτιο του 1957. Τονίστηκε άλλωστε ότι το εγχείρημα είναι δυσχερές, πρωτόγνωρο, χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Δεν χωρά όμως, επίσης, αμφιβολία ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει μείνει ημιτελές και ότι δεν αναποκρίνεται στις προσδοκίες ούτε των θεμελιωτών του ούτε των Ευρωπαίων πολιτών.

 

Η βεβιασμένη και άκαιρη διεύρυνση της Ενωσης, χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλισθεί η εμβάθυνση των Ευρωπαϊκών θεσμών, η οικονομική κρίση και αβεβαιότητα, η απίσχναση του κοινωνικού κράτους, οι εντεινόμενοι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, όλα έχουν παίξει το ρόλο τους στην σημερινή εικόνα στασιμότητας. Πιθανότατα και το γεγονός ότι παρήλθαν οι γενιές, πολιτών και πολιτικών, που αντλώντας διδάγματα από τις τραυματικές εμπειρίες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, οραματίζονταν μια Ευρώπη ολοκληρωμένη ως την απάντηση στις προκλήσεις και τα δεινά που εβίωσαν.

 

Τα μικροσυμφέροντα, οι στείροι ανταγωνισμοί και οι ξεπερασμένοι εθνικοί εγωισμοί, για τους οποίους προφητικά προειδοποιούσε ο Καραμανλής, επανεμφανίστηκαν και συχνά δίνεται η εντύπωση ότι υπερισχύουν των πραγματικών προτεραιοτήτων, αλλά και στρατηγικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η Ευρώπη στις μέρες μας, παρά την ισχύ της (οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, ακόμα και στρατιωτική), αδυνατεί να πρωταγωνιστήσει στη διεθνή σκηνή. Αδυνατεί να επηρεάσει αποφαστικά τις εξελίξεις σε σχέση με τις συγκρούσεις, τις εντάσεις, τους ανταγωνισμούς και τις αυθαιρεσίες σε κρίσιμες περιοχές της γης, ακόμα και στην γειτονιά της. Δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει ενιαία και αποτελεσματική πολιτική στο μεγάλο μεταναστευτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίσει με ακόμα οξύτερο τρόπο στο μέλλον. Επέδειξε ατολμία και δυσκινησία στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Και στο υγειονομικό σκέλος και στο σκέλος των μέτρων ανάκαμψης από την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία. Σε αντίθεση με το γενναίο πακέτο που υιοθέτησαν οι ΗΠΑ, το Ευρωπαϊκό είναι πολύ πιο συγκρατημένο, συνοδευόμενο μάλιστα από διαρκείς προειδοποιήσεις για τον πρόσκαιρο χαρακτήρα του, μέχρι να επανακάμψουν οι δύσκαμπτοι κανόνες πειθαρχίας και λιτότητας. Ακόμα και στην οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας, φάνηκαν χτυπητές αδυναμίες. Και γενικές, αλλά και ειδικώτερα προς την χώρα μας. Χωρίς να παραβλέπονται και να υποτιμώνται δικές μας αδυναμίες, λάθη και παραλείψεις, επεβλήθη ένα πρόγραμμα που σε μεγάλο βαθμό είχε χαρακτήρα τιμωρητικό. Και, όπως ομολογήθηκε κατ’ επανάληψη, ελέγχεται – εκ των υστέρων βέβαια – για σοβαρά σφάλματα και στην συνταγή και στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

 


Και, τέλος, είναι αναγκαίο να επισημανθεί και να στηλιτευθεί η επαμφοτερίζουσα στάση έναντι της Τουρκίας, η οποία συμπεριφέρεται ως ταραξίας στην ευρύτερη περιοχή, εγείροντας αξιώσεις που προσβάλλουν κατάφωρα και το γράμμα και το πνεύμα του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών. Ειδικά σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, δι έργων και λόγων, απειλεί ευθέως, όχι μόνο δικαίωματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, αλλά ακόμα και την εδαφική ακεραιότητα χωρών – μελών της ίδιας της Ευρωπαικής Ένωσης. Ορισμένα κράτη, μάλιστα, υιοθετώντας στάση επιτήδειου ουδέτερου, εμμέσως πλην σαφώς, δείχνουν να κλείνουν το μάτι προς την Τουρκία, δηλαδή να ενθαρρύνουν την απαράδεκτη και παραβατική συμπεριφορά της. Παρέλκει να υπογραμμισθεί ότι τα σύνορα των κρατών – μελών της Ένωσης είναι και Ευρωπαϊκά σύνορα, και ότι ο σεβασμός και η πιστή τήρηση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου είναι θεμελιώδες αξίωμα που απορρέει από το σύστημα αρχών και αξιών της Ευρώπης.

 

Και η μεν Ελλάδα είναι σε θέση να υπερασπίσει αποτελεσματικά την εδαφική της ακεραιότητα και τα δικαιώματά της. Με την διπλωματική της δράση, τις συμμαχίες της, παλιές και νέες, με το αξιόμαχο και την αποτρεπτική ικανότητα των ενόπλων μας δυνάμεων. Πάνω από όλα, με εθνική ομοψυχία και συνεννόηση, όπως επιβάλλεται από τις περιστάσεις και τις προκλήσεις. Η Ευρώπη όμως οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι, αλλοιθωρίζοντας και αποπειρώμενη να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, οδηγείται σε αδιέξοδο. Δεν μπορεί να μην επιβάλλει κυρώσεις σε εξόφθαλμα επιθετικές συμπεριφορές. Η Ευρώπη οφείλει να κάνει πράξη τις αρχές και τις αξίες της. Όχι μόνο προς όφελος των μελών της, αλλά πρωτίστως για να βρει τον εαυτό της και τον δρόμο της προς το αύριο.

 

Σε αυτήν την κατεύθυνση, είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική η πρόσφατη αμυντική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας και συνιστά αναμφισβήτη εθνική επιτυχία. Όχι μόνο για την σημασία της στην προάσπιση κοινών αξιών και συμφερόντων, αλλά και διότι σηματοδοτεί μια συνολική αντίληψη για την πορεία της Ευρώπης. Εύχομαι να είναι ένα βήμα προς την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βήμα αναγκαίο και ήδη υπερήμερο στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον.

 


Κυρίες και Κύριοι,

 

Θέλω να κλείσω με μια τελευταία αναφορά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Πιστεύω ότι, με λίγες λέξεις, μας αφήνει μια παρακαταθήκη υψίστης σημασίας σε σχέση με το εθνικό μας χρέος, βγαλμένη από ιστορικά βιώματα και βαθιά μελέτη της εθνικής μας διαδρομής. Παρακαταθήκη που έμπρακτα και συνειδητά υπηρέτησε ως η ξεχωριστή προσωπικότητα του δημόσιου βίου που δεν δίχασε τους Έλληνες.

 

Τόνιζε σε ομιλία του στην Βουλή, στις 30 Οκτωβρίου 1975:

«Η Ιστορία διδάσκει ότι οι Έλληνες ό,τι κερδίζουν στον πόλεμο το χάνουν στην ειρήνη. Και το χάνουμε γιατί έχουμε την κακή συνήθεια να καθιστούμε τα εθνικά μας θέματα αντικείμενο έντονων πολιτικών ανταγωνισμών, οι οποίοι πολλές φορές παίρνουν την μορφή της πατριδοκαπηλείας και καταλήγουν σε διχασμούς».

 

Η Ιστορία διδάσκει. Ο Καραμανλής μάς το θυμίζει. Όλοι εμείς έχουμε χρέος να αποδείξουμε ότι διδαχθήκαμε καλά το μάθημά μας.

ΒΙΝΤΕΟ ΒΟΜΒΑ : Π. Ρουμελιώτης για την απόπειρα δολοφονίας του Κώστα Καραμανλή

            ΒΟΜΒΑ: Ο κ. Παναγιώτης Ρουμελιώτης, πρώην Υπουργός, Καθηγητής Πανεπιστημίου, Οικονομολόγος και στενός συνεργάτης   του Ανδρέα Πα...